Έρευνα: Εταιρείες επενδύουν στον μετριασμός επιπτώσεων κλιματικής κρίσης
Σχεδόν όλες οι μεγάλες εταιρείες έχουν υποστεί διαταραχές στην εφοδιαστική τους αλυσίδα ή στις διαδικασίες παραγωγής, λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων, σύμφωνα με έκθεση του Capgemini Research Institute. Η έκθεση αποκαλύπτει ότι όλο και περισσότερες εταιρείες δίνουν προτεραιότητα σε επενδύσεις προσαρμογής για τον μετριασμό των επιπτώσεων της υπερθέρμανσης του πλανήτη στις δραστηριότητές τους. Παράλληλα θεωρούν τη λειψυδρία ως παράγοντα που θα περιορίσει την ανάπτυξή τους. Παρατηρείται, επίσης, σημαντική αύξηση του αριθμού των στελεχών που αναγνωρίζουν την άνοδο των ασφαλίστρων, λόγω της εξέλιξης της κλιματικής αλλαγής. Η μελέτη, η οποία βρίσκεται πλέον στην πέμπτη της έκδοση, αποκαλύπτει επίσης ότι περισσότερα στελέχη δηλώνουν πως επενδύουν στη βιωσιμότητα επειδή αυτή δημιουργεί αξία για την εταιρεία και μετριάζει τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών εντάσεων, σε σύγκριση με εκείνους που ισχυρίζονται ότι το πράττουν επειδή το θεωρούν ορθό. Για περισσότερους από 7 στους 10 οργανισμούς, η πρόσβαση σε κρίσιμους πόρους καθίσταται ισχυρότερο κίνητρο για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη βιωσιμότητα απ' ό,τι οι στόχοι μείωσης των εκπομπών. Η έκδοση του 2026 βασίζεται σε έρευνες που διεξήχθησαν σε 2.100 στελέχη από 701 μεγάλες εταιρείες, με ετήσια έσοδα άνω του 1 δισ. δολαρίων, σε δώδεκα κλάδους και 13 χώρες της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού. Tι λένε τα συμπεράσματα Σύμφωνα με την έκθεση συμπερασμάτων, στην οποία είχε πρόσβαση το ισπανικό πρακτορείο Efe, σχεδόν εννέα στους δέκα οργανισμούς έχουν υποστεί διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων, 87%, μία ποσοστιαία μονάδα περισσότερο σε σχέση με το 2025, καθώς και στις διαδικασίες παραγωγής τους, 84%, έναντι 78% το 2025. Επιπλέον, μεταξύ των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, το 81% αναφέρει υψηλότερο κόστος ασφάλισης και ευθύνης, έναντι 7% το 2025. Το 77% αναγνωρίζει επιπτώσεις στα έσοδα της εταιρείας, έναντι 18% ένα έτος νωρίτερα. Παράλληλα, το 90% των ερωτηθέντων θεωρεί τη λειψυδρία κίνδυνο για την εταιρεία του, ενώ το 61% πιστεύει ότι, κατά την επόμενη πενταετία, αυτή θα αποτελέσει μεγαλύτερο περιοριστικό παράγοντα για την επιχειρηματική ανάπτυξη σε σχέση με τη διαθεσιμότητα ενέργειας. Ωστόσο, λιγότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι ο οργανισμός τους προβαίνει προληπτικά σε προσαρμογή των λειτουργιών του σε περιοχές που αντιμετωπίζουν έλλειψη νερού (42%), ενισχύει την υπεύθυνη διαχείριση των υδάτων (37%) ή χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη (AI) για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων κινδύνων που σχετίζονται με το νερό (35%). Μεγαλύτερη ανησυχία αλλά λιγότερη δράση Στην έκδοση του 2026, το 68% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δίνει προτεραιότητα στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εταιρειών τους, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 56% του 2025, ενώ το 76% αναμένει αύξηση των δαπανών για την προσαρμογή κατά τους επόμενους 12 μήνες. Ωστόσο, μόλις το 15% δηλώνει ότι η εταιρεία του έχει ποσοτικοποιήσει τον οικονομικό αντίκτυπο των διαταραχών που σχετίζονται με το κλίμα, μόλις το 27% έχει αξιολογήσει τους κλιματικούς κινδύνους σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας του και μόνο το 28% αναφέρει ότι ο οργανισμός του έχει εφαρμόσει εργαλεία ανάλυσης κλιματικών κινδύνων. Παράλληλα, το ποσοστό των εταιρειών που υστερούν στην επίτευξη των στόχων τους για την κλιματική ουδετερότητα αυξήθηκε από 1% σε 11% κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι οι προκλήσεις που σχετίζονται με το κλίμα και τους υδάτινους πόρους προκαλούν διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις λειτουργίες, αυξάνουν το κόστος, επηρεάζουν την παραγωγικότητα, εντείνουν τις πιέσεις στον ασφαλιστικό κλάδο και δημιουργούν ευρύτερους οικονομικούς κινδύνους για τους οργανισμούς. Ωστόσο, η αυξημένη ευαισθητοποίηση και οι επενδύσεις δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί πλήρως σε επιχειρησιακή ετοιμότητα. Ανκαι οι οργανισμοί αναγνωρίζουν την ανάγκη προσαρμογής, πολλοί βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία ανάπτυξης των ικανοτήτων που απαιτούνται για την αποτελεσματική αξιολόγηση, διαχείριση και αντιμετώπιση των κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα και το νερό. Στροφή προς την ανθεκτικότητα και την κυκλική οικονομία Παρόλα αυτά, τονίζεται ότι, ενώ η μείωση των εκπομπών παραμένει σημαντική, οι οργανισμοί αποδίδουν εξίσου μεγάλη σημασία στην ανθεκτικότητα, την προσαρμογή, την ασφάλεια των πόρων και τη συνέχεια των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις επιχειρήσεις γίνονται όλο και πιο εμφανείς. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις επιταχύνουν αυτή τη στροφή, με σχεδόν τα δύο τρίτα (64%) των στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα να δηλώνουν ότι οι οργανισμοί τους έχουν τροποποιήσει τις προτεραιότητές τους όσον αφορά τη βιωσιμότητα. Το 64% αναγνωρίζει την ασφάλεια της ενέργειας και των κρίσιμων πόρων ως βασικούς μοχλούς των επενδύσεων στη βιωσιμότητα, ενώ το 71% δηλώνει ότι η διασφάλιση της πρόσβασης σε κρίσιμους πόρους, όπως η ενέργεια, το νερό και οι πρώτες ύλες, επηρεάζει πλέον περισσότερο τις αποφάσεις για τη βιωσιμότητα απ' ό,τι οι στόχοι μείωσης των εκπομπών. Αντίστοιχα, το 78% δηλώνει ότι επιταχύνει τις προσπάθειες ενσωμάτωσης της ανθεκτικότητας σε θέματα ενέργειας και πόρων στις επιχειρηματικές στρατηγικές και τις στρατηγικές βιωσιμότητας. Επιπλέον, για το 71% των στελεχών σε κλάδους μεταποίησης ή σε τομείς με έντονη χρήση παγίων Επιπλέον, το 45% των στελεχών σε όλους τους κλάδους πιστεύει ότι οι γεωπολιτικές και οικονομικές εντάσεις έχουν εντείνει την εστίασή τους στην κυκλικότητα και την ανθεκτικότητα ως προς τα υλικά. Η δημιουργία αξίας αποτελεί βασικό παράγοντα για την επένδυση στη βιωσιμότητα για το 73% των ερωτηθέντων, ενώ λιγότεροι από τους μισούς (48%) δηλώνουν ότι είναι απαραίτητη επειδή αποτελεί τη σωστή επιλογή. Αυτό αντικατοπτρίζει τη μετάβαση της βιωσιμότητας από μια ατζέντα που καθορίζεται από αξίες σε μια ατζέντα που καθοδηγείται από την επιχειρηματική αξία, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι το 74% των στελεχών δηλώνει πως οι βιώσιμες πρακτικές έχουν ενισχύσει την αξία της επωνυμίας (brand value). Το 68% αναφέρει βελτίωση στην προσέλκυση και διατήρηση πελατών, το 64% δηλώνει ότι οι επενδύσεις στη βιωσιμότητα έχουν τονώσει τις πωλήσεις και το 61% αναφέρει ότι έχουν επιταχύνει την καινοτομία. Αυτή η σημαντική δημιουργία αξίας διατηρεί τη δυναμική των επενδύσεων: οι οργανισμοί διέθεσαν το 1,04% των εσόδων τους στη βιωσιμότητα το 2025, έναντι του 0,8% που είχε προβλεφθεί προηγουμένως. Κοιτάζοντας το μέλλον, το 83% αναμένει να αυξήσει τις επενδύσεις του στη βιωσιμότητα κατά τους επόμενους 12-18 μήνες. Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη (AI), η έκθεση αποκαλύπτει ότι, αν και θεωρείται βασικός παράγοντας για την επίτευξη των στόχων βιωσιμότητας, το αυξανόμενο περιβαλλοντικό της αποτύπωμα προκαλεί ανησυχία. Έτσι, το 45% των στελεχών δηλώνει ότι η AI έχει αυξήσει σημαντικά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ενώ το 70% επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις της AI στη βιωσιμότητα αποτελούν αντικείμενο συζήτησης στα διοικητικά συμβούλια. Ωστόσο, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι τα ευρήματα της έκθεσης δείχνουν πως η ανησυχία για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της AI φαίνεται να αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα των οργανισμών να τις μετρούν: μόλις το 38% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι ο οργανισμός του μετρά την κατανάλωση ενέργειας, ποσοστό που υποχωρεί στο 34% για τις εκπομπές CO2 και στο 25% για την κατανάλωση νερού. Πηγή: ΚΥΠΕ
Read full article →