Πριν από τον ΚΟΑΠ: Στην Κύπρο του 1881 είχε φόρους και πρόστιμα για ακρίδες
Πριν από τις αγροτικές επιχορηγήσεις, ο γεωργός πλήρωνε για την καταπολέμηση της μάστιγας. Από τις ακρίδες των χωραφιών στις πολιτικές «ακρίδες», το ερώτημα παραμένει: ποιος τρώει και ποιος πληρώνει; Φαντάσου να ξυπνάς, να πηγαίνεις στο χωράφι σου και να βρίσκεις τη σοδειά σου να έχει γίνει πρωινό για μερικές χιλιάδες ακρίδες. Εσύ έσπειρες, εσύ ίδρωσες, εκείνες έφαγαν. Επιστρέφεις σπίτι και περιμένεις βοήθεια. Η διοίκηση έχει ήδη σκεφτεί κάτι: θα πληρώσεις για να τις κυνηγήσει. «Μα εμένα εφάαν μου το σιτάρι». Ακριβώς. Είσαι άμεσα ενδιαφερόμενος. Το 1881 η βρετανική διοίκηση της Κύπρου θέσπισε δύο νόμους για το ζήτημα. Στις 2 Ιουλίου ήρθε ο νόμος για την καταπολέμηση των ακρίδων και στις 10 Αυγούστου εκείνος για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης. Πρώτα αποφασίστηκε ποιος θα πεθάνει. Μετά ποιος θα πληρώσει. Η ακρίδα ανέλαβε το πρώτο σκέλος. Ο φορολογούμενος το δεύτερο. Πολύ πριν από τον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών, οι αγροτικές πληρωμές αυτής της ιστορίας είχαν αντίστροφη κατεύθυνση: από την τσέπη του γεωργού στο ταμείο της διοίκησης. Φόροι για την αντιμετώπιση της μάστιγας και πρόστιμα για παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας. Το χωράφι ήθελε προστασία. Το ταμείο ήθελε τροφοδοσία. Τουλάχιστον σε μέρη της Ασίας τις ετηγάνιζαν για μεζέ και κάπως επήγαινε για τσίλλημα. Υπήρχε μια πιθανότητα να πάρεις το αίμα σου πίσω με λίγο λάδι και αλάτι. Εδώ η ακρίδα έτρωγε τον μεζέ σου κι εσύ επλήρωνες τον λογαριασμό. Ούτε σιτάρι, ούτε μεζές. Μόνο φόρος. Και ο λογαριασμός απλωνόταν πολύ πέρα από το χωράφι. Ο νόμος προέβλεπε πρόσθετο 1% στην αξία της παραγωγής που υπαγόταν στη δεκάτη, 1% στα επαγγελματικά και εμπορικά κέρδη, επιβαρύνσεις σε ορισμένα εισοδήματα από εργασία και συντάξεις, καθώς και σε κτίρια. Υπήρχε χρέωση ακόμη και για τα πρόβατα και τις κατσίκες: δεκαπέντε παράδες το κεφάλι ετησίως. Προβλέπονταν επίσης εισοδηματικές απαλλαγές και ελαφρύνσεις. Η κατσίκα θα είχε κάθε λόγο να υποβάλει ένσταση. «Εγώ τρώω χόρτα. Η ακρίδα τρώει χόρτα. Εκείνη καταζητείται κι εγώ χρεώνομαι;» Αλλά η κατσίκα είχε ιδιοκτήτη, ενώ η ακρίδα είχε φτερά. Μέχρι να εντοπίσεις τη δεύτερη, είχες ήδη εισπράξει από τον πρώτο. Το πρόβλημα ήταν τόσο σοβαρό ώστε έφθασε στη βρετανική Βουλή. Στις 21 Ιουλίου 1881 ο βουλευτής Α. Μάκαρθουρ ρώτησε για τις μεγάλες ζημιές στην Κύπρο και τα μέτρα αντιμετώπισης. Ο σερ Τσαρλς Ντίλκ απάντησε ότι στόχος ήταν η πλήρης εξάλειψη της μάστιγας. Οι ακρίδες μας είχαν καταφέρει να απασχολήσουν το Λονδίνο χωρίς αντιπροσωπεία, χωρίς υπόμνημα και χωρίς κανέναν να τηλεφωνεί σε γνωστό για να κλείσει συνάντηση. Στο χωράφι, πάντως, η αντιμετώπιση είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο νόμος επέτρεπε στους εξουσιοδοτημένους ανθρώπους της διοίκησης να μπαίνουν σε γη, να σκάβουν για αυγά ακρίδων, να στήνουν παγίδες και να ανοίγουν λάκκους. Μπορούσαν ακόμη να αφαιρούν καλλιέργειες όπου το έκριναν αναγκαίο για την επιχείρηση. Ο γεωργός θα παρακολουθούσε τη διάσωση της περιουσίας του με εκείνο το βλέμμα που έχεις όταν ο μάστορας λέει «εν να χρειαστεί να σπάσουμε λλίον ακόμα». Εκεί όμως που το παλιό νομοθετικό κείμενο αποκτά σχεδόν κωμικό ταλέντο είναι στην απαγόρευση εισαγωγής αυγών ακρίδων. Προβλέπονταν πρόστιμα, ενδεχόμενη φυλάκιση και κατάσχεση των μέσων μεταφοράς που χρησιμοποιούνταν. Είχαμε τόσες δικές μας, που έπρεπε να κατοχυρώσουμε νομοθετικά ότι δεν χρειαζόμασταν εισαγόμενες. Φαντάσου τον υποθετικό διάλογο στο τελωνείο. «Έχετε κάτι να δηλώσετε;» «Λλία αυκά». «Κότας;» «Πριν σας απαντήσω, πόσο είναι το πρόστιμο;» Ο τελωνειακός θα περίμενε καπνό, ποτό, κανένα εμπόρευμα χωρίς τα σωστά χαρτιά. Θα του έβγαινε ο άλλος με υλικό για την επόμενη γεωργική καταστροφή. Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε ιστορία λαθρεμπορίου για να γελάσουμε. Αρκεί η ίδια η πρόνοια. Κάποιος έπρεπε να καθίσει και να γράψει ότι απαγορεύεται να φέρνεις αυγά ακρίδων στην Κύπρο. Να το διαβάσει άλλος, να το εγκρίνει, να τυπωθεί και να αποκτήσει ισχύ νόμου. Η ακρίδα γεννούσε. Η διοίκηση νομοθετούσε. Για τις εισπράξεις και τις πληρωμές προβλεπόταν ξεχωριστό Ταμείο Καταπολέμησης των Ακρίδων. Η μάστιγα είχε αποκτήσει λογαριασμό. Ο γεωργός μπορεί να μην ήξερε τι θα του έμενε για να θερίσει, αλλά η διοίκηση ήξερε πού θα καταχωρούσε τα χρήματά του. Αυτό είναι το ωραίο με τα παλιά τεκμήρια. Ανοίγεις έναν νόμο του 1881 και, πίσω από τους αγγλικούς τίτλους και τις φορολογικές διατάξεις, συναντάς έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να κάθεται σήμερα δίπλα σου στο καφενείο. Να σου εξηγεί τη ζημιά του, να μετρά τις υποχρεώσεις του και να αναρωτιέται πώς γίνεται να του τρώει άλλος την περιουσία και να πληρώνει εκείνος την αντιμετώπιση. Κάπου εδώ γεννιέται και μια σημερινή σκέψη: μήπως χρειαζόμαστε έναν παρόμοιο νόμο για τις πολιτικές «ακρίδες»; Για όσους βλέπουν το δημόσιο χρήμα σαν χωράφι χωρίς ιδιοκτήτη, τις θέσεις σαν οικογενειακή καλλιέργεια και τον πολίτη σαν ανεξάντλητο αρδευτικό σύστημα; Αυτές τουλάχιστον μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε. Φορούν κοστούμι, εκδίδουν ανακοινώσεις και, όταν τελειώσει η σοδειά, εξηγούν γιατί χρειάζονται ακόμη μία θητεία. Η καταπολέμηση, βεβαίως, να γίνεται στην κάλπη, με έλεγχο και λογοδοσία. Και ο νέος νόμος να έχει μια ουσιαστική διαφορά από εκείνον του 1881: το κόστος της ζημιάς να καταλογίζεται σε όσους την προκάλεσαν. Να πληρώνουν οι «ακρίδες». Αρκετά πλήρωσε το χωράφι. Πηγές: Locust Destruction Law, 1881, αρ. 11 / Locust Destruction Expenses Law, 1881, αρ. 12 / Πρακτικά βρετανικής Βουλής, 21 Ιουλίου 1881 / CVAR – Κέντρο Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας, Samuel Brown, The Locust War in Cyprus, 1886.