Η προστασία θυμάτων στο επίκεντρο ημερίδας για εμπορία προσώπων
Η ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών πρόληψης και καταπολέμησης της εμπορίας προσώπων, η αποτελεσματική προστασία των θυμάτων και η έγκαιρη αναγνώριση των περιπτώσεων εκμετάλλευσης αναδείχθηκαν στο πλαίσιο ημερίδας με θέμα «Πρόληψη και Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων – Στήριξη Θυμάτων», που διοργάνωσε την Παρασκευή το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία. Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε με αφορμή την Ευρωπαϊκή Ημέρα κατά της Εμπορίας Προσώπων, η οποία τιμάται στις 18 Οκτωβρίου. Στον χαιρετισμό του, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Κώστας Φυτιρής, υπογράμμισε ότι η καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων αποτελεί ουσιαστική προτεραιότητα της Κυβέρνησης, στο πλαίσιο της ευρύτερης της πολιτικής για την αντιμετώπιση κάθε μορφής βίας, εξαναγκασμού και εκμετάλλευσης. Ο κ. Φυτιρής αναφέρθηκε στις σύγχρονες μορφές του φαινομένου, όπως η σεξουαλική εκμετάλλευση, η καταναγκαστική εργασία και η εκμετάλλευση παιδιών, επισημαίνοντας παράλληλα τις πρόσθετες προκλήσεις που δημιουργεί η αξιοποίηση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από εγκληματικά δίκτυα. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έκανε ιδιαίτερη μνεία στις πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου, σημειώνοντας ότι το Υπουργείο έχει προχωρήσει σε δημόσια διαβούλευση τροποποιητικού νομοσχεδίου για την ενσωμάτωση της νέας Ευρωπαϊκής οδηγίας, με στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου και την ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων. Παράλληλα, ανέδειξε τη σημασία της επιχειρησιακής δράσης της Αστυνομίας, των στοχευμένων ελέγχων σε χώρους υψηλού κινδύνου, της εκπαίδευσης του προσωπικού και της συνεργασίας με ευρωπαϊκές και διεθνείς Αρχές. Τόνισε, επίσης, ότι η αντιμετώπιση των εγκληματικών δικτύων προϋποθέτει τον εντοπισμό και την αποστέρηση των παράνομων οικονομικών οφελών που προκύπτουν από την εκμετάλλευση ανθρώπων. Παρά την πρόοδο που έχει καταγραφεί στην Κύπρο, ο κ. Φυτιρής επισήμανε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις, κυρίως σε ό,τι αφορά τον έγκαιρο εντοπισμό των θυμάτων και την πρόσβασή τους σε ουσιαστική προστασία και υποστήριξη. «Η πραγματική επιτυχία των προσπαθειών μας δεν μετριέται μόνο από τις συλλήψεις και τις καταδίκες, αλλά και από την ικανότητά μας να προστατεύουμε τους ανθρώπους που έχουν υποστεί εκμετάλλευση και να τους δίνουμε τη δυνατότητα να ξαναχτίσουν τη ζωή τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια», ανέφερε ο κ. Φυτιρής, θέτοντας στο επίκεντρο την ανθρωποκεντρική διάσταση της αντιμετώπισης του φαινομένου. Ο Αρχηγός Αστυνομίας σε χαιρετισμό του, που ανέγνωσε ο Βοηθός Αρχηγός Πρόληψης και Καταπολέμησης Εγκλήματος, Μάριος Αγιώτης, χαρακτήρισε την εμπορία προσώπων σοβαρό και σύνθετο έγκλημα, που εξελίσσεται διαρκώς και προσβάλλει τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Όπως ανέφερε, «η αντιμετώπιση της εμπορίας προσώπων αποτελεί διαρκή προτεραιότητα για την Αστυνομία, με την προσπάθεια να επικεντρώνεται όχι μόνο στη διερεύνηση των υποθέσεων και στη δίωξη των δραστών, αλλά και στην αναγνώριση, προστασία και στήριξη των θυμάτων». Είπε ότι «η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συντονισμένη δράση και στενή συνεργασία μεταξύ της Αστυνομίας και των υπόλοιπων εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνογνωσίας.» Παράλληλα, αναφέρθηκε στην εξειδικευμένη διερεύνηση των υποθέσεων, στην αξιοποίηση πληροφοριών και σύγχρονων μεθόδων, καθώς και στην ανάπτυξη της επιχειρησιακής ικανότητας για την αντιμετώπιση μορφών εγκλήματος που ενδέχεται να παραμένουν αθέατες. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην πρώτη επαφή των θυμάτων με τις Αρχές, η οποία, όπως ανέφερε, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της υπόθεσης και την απελευθέρωση ενός ανθρώπου από την εκμετάλλευση. Σημείωσε, περαιτέρω, ότι «η Υπηρεσία θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με τους αρμόδιους θεσμούς για την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση περιστατικών εμπορίας προσώπων, με επαγγελματισμό, εξειδίκευση και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα». Αναφέρθηκε, τέλος, στην πρόσφατη αξιολόγηση του Συμβουλίου της Ευρώπης, σύμφωνα με την οποία η Κύπρος κατατάσσεται για ακόμη μία χρονιά στην πρώτη κατηγορία ως προς την αντιμετώπιση της εμπορίας προσώπων, την πρόληψη, τη δίωξη των δραστών και τη στήριξη των θυμάτων, λέγοντας ότι η αξιολόγηση αυτή αναδεικνύει τη δουλειά που επιτελείται, χωρίς να αναιρεί την ανάγκη για συνεχή βελτίωση. Από την πλευρά της η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού Λοττίδου, επικεντρώθηκε στην ανάγκη να αναγνωρίζονται και να προστατεύονται τα θύματα, ακόμη και όταν δεν είναι σε θέση ή δεν τολμούν να καταγγείλουν την εκμετάλλευση που υφίστανται. Στην τοποθέτησή της, η Επίτροπος χαρακτήρισε την εμπορία προσώπων μία από τις σοβαρότερες μορφές εκμετάλλευσης, η οποία αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως εμπόρευμα και προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την αυτονομία του. Όπως ανέφερε, «πίσω από κάθε υπόθεση βρίσκεται μια ανθρώπινη ιστορία που μπορεί να περιλαμβάνει βία, απειλές, εξαναγκασμό, εξαπάτηση και οικονομική ή άλλη εξάρτηση, συνθήκες οι οποίες συχνά περιορίζουν τη δυνατότητα του θύματος να ζητήσει βοήθεια». Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η εμπορία προσώπων παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα αθέατο έγκλημα, καθώς αρκετά περιστατικά δεν καταγράφονται ποτέ επισήμως. Η υποκαταγραφή, όπως εξήγησε, συνδέεται με τον φόβο των θυμάτων για την προσωπική τους ασφάλεια ή την ασφάλεια των οικογενειών τους, την εξάρτησή τους από τους εκμεταλλευτές, την έλλειψη ενημέρωσης για τα δικαιώματά τους, τα γλωσσικά εμπόδια, αλλά και τον φόβο απέλασης ή άλλων συνεπειών, ιδιαίτερα για άτομα με επισφαλές καθεστώς παραμονής. Παράλληλα, η ντροπή, το ψυχικό τραύμα και το κοινωνικό στίγμα μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στην αποκάλυψη της εκμετάλλευσης, ιδίως στις περιπτώσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Η κα Λοττίδου ανέφερε ότι «η προστασία δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την ικανότητα ή την προθυμία των ίδιων των θυμάτων να προχωρήσουν σε καταγγελία. Αντίθετα, οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τις ενδείξεις εκμετάλλευσης και να δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε τα πιθανά θύματα να αισθάνονται ασφαλή να μιλήσουν». Στο πλαίσιο αυτό, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι επαγγελματίες πρώτης γραμμής, μεταξύ άλλων οι λειτουργοί κοινωνικών υπηρεσιών, οι επαγγελματίες υγείας, οι ψυχολόγοι και άλλοι λειτουργοί που έρχονται σε επαφή με άτομα σε ευάλωτη κατάσταση. Η κατάλληλη εκπαίδευση, η εξειδίκευση και η συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών μπορούν να συμβάλουν στον έγκαιρο εντοπισμό περιστατικών που διαφορετικά ενδέχεται να παραμείνουν αδιάγνωστα. Η Επίτροπος επισήμανε, επίσης, ότι «η πρώτη επαφή με ένα πιθανό θύμα είναι καθοριστική. Η προσέγγιση πρέπει να στηρίζεται στην ενημέρωση για τα δικαιώματα, στην εμπιστευτικότητα, στην κατάλληλη διερμηνεία και στην ουσιαστική πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης». Αναφερόμενη στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, σημείωσε ότι το θεσμικό πλαίσιο έχει ενισχυθεί, με ιδιαίτερη έμφαση στην αναγνώριση νέων μορφών εκμετάλλευσης, στην έγκαιρη αναγνώριση και παραπομπή των θυμάτων, στην εξειδικευμένη εκπαίδευση των επαγγελματιών και στην παροχή νομικής υποστήριξης, λαμβάνοντας υπόψη το φύλο, την ηλικία, την αναπηρία και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε προσώπου. Ωστόσο, όπως είπε, «η ύπαρξη νομοθεσίας δεν αρκεί από μόνη της, καθώς η αποτελεσματικότητα των μέτρων κρίνεται στην εφαρμογή τους και στην ικανότητα του συστήματος να εντοπίζει όσους παραμένουν αθέατοι». Από την πλευρά του θεσμού που εκπροσωπεί, η κα Λοττίδου ανέδειξε τη σημασία της εποπτείας της διοικητικής δράσης και της διασφάλισης ότι οι αρμόδιες Αρχές εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους ως προς την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κλείνοντας, έστειλε σαφές μήνυμα για την ανάγκη αναγνώρισης και προστασίας όλων των θυμάτων, ανεξάρτητα από το καθεστώς παραμονής ή τις συνθήκες στις οποίες βρίσκονται. «Η εκμετάλλευση δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από τη γραφειοκρατία και την τυπικότητα», ανέφερε, τονίζοντας ότι η ουσιαστική προστασία προϋποθέτει αποφασιστικότητα, διαρκή εγρήγορση και ένα σύστημα ικανό να φτάνει σε όσους παραμένουν στο περιθώριο. Στο πλαίσιο της ημερίδας πραγματοποιήθηκαν παρουσιάσεις που επικεντρώθηκαν στην αντιμετώπιση της εμπορίας προσώπων, με έμφαση στην πρόληψη, την προστασία των θυμάτων και τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών. Η Ελένη Μιχαήλ, υπεύθυνη του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου, ανέπτυξε το θέμα «Ο ρόλος της Αστυνομίας στην πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων», αναδεικνύοντας τη συμβολή της Αστυνομίας στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Στη συνέχεια, η Μελίνα Τριγκίδου, Λειτουργός Α΄ στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρουσίασε το θέμα «Η προστασία των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην πράξη: έγκαιρος εντοπισμός, πρόσβαση σε δικαιώματα και συντονισμός των Υπηρεσιών», δίνοντας έμφαση στον έγκαιρο εντοπισμό των θυμάτων, στην πρόσβασή τους στα δικαιώματά τους και στον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών. Ακολούθως, η Αγγέλα Ιωακείμ, Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, ανέπτυξε το θέμα «Ο ρόλος των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και οι αρμοδιότητές τους στο χειρισμό θυμάτων εμπορίας προσώπων», παρουσιάζοντας τις αρμοδιότητες των Υπηρεσιών και τη συμβολή τους στη διαχείριση και υποστήριξη των θυμάτων. Τέλος, ο Αντρέας Χατζηγεωργίου, Λειτουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως Α΄, και η Ανθή Παπουτσίδου, Διοικητικός Λειτουργός Α΄, παρουσίασαν το θέμα «Νομοθετικές και Θεσμικές εξελίξεις», αναφερόμενοι στο νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο που αφορά την αντιμετώπιση της εμπορίας προσώπων. Πηγή: ΚΥΠΕ