Όταν η Διάσκεψη της Γιάλτας παραλίγο να γίνει η «Συνάντηση της Κύπρου»
Η Διάσκεψη της Γιάλτας υπήρξε μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές συναντήσεις του 20ού αιώνα. Εξακολουθεί ωστόσο να παραμένει άγνωστο πως η συγκεκριμένη Διάσκεψη θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί στην Κύπρο που βρισκόταν τότε βρισκόταν υπό βρετανική αποικιακή κατοχ. Το νησί μας είχε προταθεί ανάμεσα σε άλλους προορισμούς ως πιθανός τόπος συνάντησης των τριών ισχυρότερων ηγετών των Συμμάχωνμ, του Ιωσήφ Στάλιν, του Ουίνστον Τσώρτσιλ και του Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Αυτό αποκαλύπτουν αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα της περιόδου 1943–1944, τα οποία περιλαμβάνονται στην επίσημη ιστορική σειρά F oreign Relations of the United States (FRUS) του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Η Κύπρος δεν αναφέρθηκε μόνο μία φορά. Εμφανίστηκε στις συζητήσεις για τη συνάντηση των τριών ηγετών ήδη από το 1943, ενώ επανήλθε δυναμικά τον Οκτώβριο του 1944, όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για τη διάσκεψη που τελικά πραγματοποιήθηκε στη Γιάλτα της Κριμαίας. Μάλιστα, σε απόρρητο τηλεγράφημα της 23ης Οκτωβρίου 1944, ο ίδιος ο Τσώρτσιλ διαβεβαίωνε τον Ρούζβελτ ότι η Κύπρος ήταν διαθέσιμη και μπορούσε να προσφέρει απόλυτη μυστικότητα, ασφάλεια και κατάλληλες συνθήκες φιλοξενίας. Η επιλογή της Κύπρου δεν προχώρησε, κυρίως λόγω της επιμονής του Στάλιν να πραγματοποιηθεί η συνάντηση σε σοβιετικό έδαφος, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. 1943: Η πρώτη αναφορά του Τσώρτσιλ στην Κύπρο Τον Σεπτέμβριο του 1943, ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, οι ηγέτες των τριών μεγάλων συμμαχικών δυνάμεων αναζητούσαν έναν κατάλληλο τόπο για την πρώτη κοινή τους συνάντηση. Οι δυσκολίες ήταν σημαντικές. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, η ασφάλεια των μετακινήσεων και οι μεγάλες αποστάσεις περιόριζαν τις διαθέσιμες επιλογές. Σε διπλωματικό έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1943 καταγράφεται μια ασυνήθιστη πρόταση του Βρετανού πρωθυπουργού. Ο Τσώρτσιλ εξέταζε το ενδεχόμενο οι τρεις ηγέτες να ταξιδέψουν με ξεχωριστά πλοία και να συναντηθούν σε λιμάνι της Αιγύπτου ή της Ανατολικής Μεσογείου, αναφέροντας συγκεκριμένα και την Κύπρο. Η ιδέα της συνάντησης πάνω σε πολεμικά πλοία είχε πρακτικά πλεονεκτήματα, καθώς θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένες από τις δυσκολίες διαμονής και ασφάλειας που δημιουργούσε ο πόλεμος. Τελικά, η πρώτη συνάντηση των Στάλιν, Τσώρτσιλ και Ρούζβελτ πραγματοποιήθηκε στην Τεχεράνη, από τις 28 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 1943. Ωστόσο, η ιδέα της Κύπρου δεν εξαφανίστηκε από τους διπλωματικούς σχεδιασμούς. 23 Οκτωβρίου 1944: «Η Κύπρος είναι διαθέσιμη» Έναν χρόνο αργότερα, η Κύπρος επανήλθε στο προσκήνιο με ακόμη πιο συγκεκριμένο τρόπο. Στις 23 Οκτωβρίου 1944, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ απέστειλε από το Λονδίνο ένα άκρως απόρρητο και προσωπικό τηλεγράφημα προς τον Αμερικανό Πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ. Το τηλεγράφημα, με αριθμό 804, αφορούσε τις δυσκολίες εξεύρεσης κατάλληλου τόπου για την επόμενη συνάντηση των τριών ηγετών. Ο Τσώρτσιλ εξέταζε τις δυνατότητες μετακίνησης προς τη Μαύρη Θάλασσα, τις δυσκολίες διέλευσης πολεμικών πλοίων από τα τουρκικά Στενά και την κατάσταση των λιμανιών της Κριμαίας, τα οποία είχαν υποστεί εκτεταμένες καταστροφές από τον πόλεμο. Αναφερόμενος στις εναλλακτικές επιλογές, σημείωνε ότι εξέταζε και την Αθήνα, για την οποία ανέμενε ενημέρωση από τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Άντονι Ίντεν. Αμέσως μετά, διατύπωνε μια ιδιαίτερα σημαντική αναφορά στην Κύπρο: «Η Κύπρος είναι, βεβαίως, διαθέσιμη, όπου μπορούν να εξασφαλιστούν απόλυτη μυστικότητα, ησυχία και ασφάλεια, μαζί με απλή αλλά άνετη διαμονή για όλους τους βασικούς συμμετέχοντες». Η αναφορά αυτή έχει ξεχωριστή ιστορική αξία. Ο Βρετανός πρωθυπουργός δεν περιοριζόταν στην απλή υπόδειξη της Κύπρου ως πιθανής τοποθεσίας. Παρουσίαζε το νησί ως διαθέσιμο χώρο, για τον οποίο η βρετανική πλευρά μπορούσε να εγγυηθεί τις απαραίτητες συνθήκες ασφαλείας και φιλοξενίας. Στο τέλος του ίδιου τηλεγραφήματος, ο Τσώρτσιλ ρωτούσε τον Ρούζβελτ εάν θα προτιμούσε να ενημερώσει ο ίδιος τον Στάλιν, να το πράξει ο Βρετανός πρωθυπουργός ή να αποστείλουν κοινό μήνυμα. 24 Οκτωβρίου 1944: Ο Ρούζβελτ αναφέρει την Κύπρο στον Στάλιν Μόλις μία ημέρα αργότερα, στις 24 Οκτωβρίου 1944, ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ απευθύνθηκε στον Ιωσήφ Στάλιν , εξετάζοντας εναλλακτικές τοποθεσίες για τη διάσκεψη. Στην επικοινωνία αυτή, η Κύπρος εμφανιζόταν μαζί με την Αθήνα και τη Μάλτα ως πιθανός τόπος συνάντησης, εφόσον η μετακίνηση του Αμερικανού Προέδρου προς τη Μαύρη Θάλασσα αποδεικνυόταν υπερβολικά δύσκολη ή ανέφικτη. Η αμερικανική πλευρά αναζητούσε μια λύση που θα επέτρεπε την πραγματοποίηση της διάσκεψης χωρίς να δημιουργούνται δυσανάλογα προβλήματα μετακίνησης και ασφάλειας. Έτσι, μέσα σε δύο συνεχόμενες ημέρες, στις 23 και 24 Οκτωβρίου 1944, η Κύπρος εμφανίζεται σε δύο σημαντικά διπλωματικά τεκμήρια, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της διάσκεψης που έμεινε γνωστή ως Διάσκεψη της Γιάλτας. Ο παράγοντας Τουρκία και τα Στενά Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο του τηλεγραφήματος Τσώρτσιλ είναι η αναφορά στην Τουρκία και στη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936, η οποία ρύθμιζε τη διέλευση πολεμικών πλοίων από τα Στενά. Ο Βρετανός πρωθυπουργός επισήμαινε ότι η είσοδος αμερικανικών και βρετανικών πολεμικών πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα, όπως και η έξοδος σοβιετικών πολεμικών πλοίων προς τη Μεσόγειο, παρουσίαζε δυσκολίες. Εξέταζε ακόμη το ενδεχόμενο να ζητηθεί από την Τουρκία ειδική εξαίρεση από τις προβλέψεις της Σύμβασης του Μοντρέ, εκφράζοντας όμως αμφιβολίες για το κατά πόσον η Άγκυρα θα αποδεχόταν κάτι τέτοιο. Στο ίδιο τηλεγράφημα αναφερόταν και στο ενδεχόμενο τουρκικής εισόδου στον πόλεμο. Οι προβληματισμοί αυτοί εξηγούν γιατί η Μεσόγειος, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, αποτελούσε εναλλακτική λύση με πρακτική σημασία για τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς. 14 Δεκεμβρίου 1944: Ο Στάλιν επιμένει στη Μαύρη Θάλασσα Παρά τις βρετανικές και αμερικανικές προτάσεις, ο Στάλιν επέμενε για συνάντηση σε σοβιετικό έδαφος. Στις 14 Δεκεμβρίου 1944, ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Μόσχα, Άβερελ Χάριμαν, συναντήθηκε με τον Σοβιετικό ηγέτη και συζήτησε εκ νέου το ζήτημα του τόπου διεξαγωγής της διάσκεψης. Στο άκρως απόρρητο τηλεγράφημα που απέστειλε στον Ρούζβελτ , ο Χάριμαν κατέγραψε ότι είχε εξηγήσει στον Στάλιν την επιθυμία του Αμερικανού Προέδρου να πραγματοποιηθεί η συνάντηση κάπου στη Μεσόγειο. Ο Στάλιν απάντησε ότι γνώριζε την αμερικανική προτίμηση, αλλά δεν μπορούσε να ταξιδέψει στη Μεσόγειο. Αντίθετα, πρότεινε την Οδησσό, όπου ήδη προετοιμάζονταν κατάλληλες εγκαταστάσεις για τη φιλοξενία των αντιπροσωπειών. Παράλληλα, εμφανίστηκε διατεθειμένος να εξετάσει άλλες τοποθεσίες στις σοβιετικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας, περιλαμβανομένης της Κριμαίας ή περιοχών ανατολικότερα, μέχρι το Μπατούμι. Ο Χάριμαν προσπάθησε να εξηγήσει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Ρούζβελτ, ο οποίος προτιμούσε να ταξιδεύει με πολεμικό πλοίο και όχι με αεροπλάνο. Ο Στάλιν άφησε προσωρινά ανοικτό το ενδεχόμενο να συμβουλευτεί ξανά τους γιατρούς του για πιθανό ταξίδι στη Μεσόγειο. Η διπλωματική προσπάθεια συνεχίστηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στις 26 Δεκεμβρίου 1944, ο Χάριμαν ενημέρωσε τον Ρούζβελτ ότι, σύμφωνα με τον Σοβιετικό υπουργό Εξωτερικών Βιατσεσλάβ Μολότοφ, οι γιατροί του Στάλιν εξακολουθούσαν να αντιτίθενται σε μακρινό ταξίδι. Ο Στάλιν ήταν πρόθυμος να μεταβεί σε οποιαδήποτε τοποθεσία των σοβιετικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας, αλλά όχι στη Μεσόγειο. Μάλιστα, σύμφωνα με το σχετικό τηλεγράφημα της 26ης Δεκεμβρίου , η σοβιετική πλευρά πρότεινε ακόμη και την εκπροσώπηση του Στάλιν από τον Μολότοφ, εάν δεν ήταν δυνατή η μετάβαση των άλλων δύο ηγετών στη Μαύρη Θάλασσα. Η θέση αυτή ουσιαστικά έκλεισε τον δρόμο για διεξαγωγή της διάσκεψης στην Κύπρο ή σε άλλη μεσογειακή τοποθεσία. Από την Κύπρο στη Γιάλτα Στις 23 Δεκεμβρίου 1944, ο Ρούζβελτ είχε ήδη ενημερώσει τον Τσώρτσιλ ότι, εάν ο Στάλιν δεν μπορούσε να συναντηθεί μαζί τους στη Μεσόγειο, ήταν διατεθειμένος να μεταβεί στην Κριμαία και να πραγματοποιηθεί η διάσκεψη στη Γιάλτα. Παρότι εξακολουθούσε να ελπίζει σε κάποια λύση που θα επέτρεπε στον Στάλιν να τους συναντήσει στη μέση της διαδρομής, η αμερικανική πλευρά είχε αρχίσει να αποδέχεται τη σοβιετική επιλογή. Η σχετική απόφαση αποτυπώνεται στο τηλεγράφημα Ρούζβελτ προς Τσώρτσιλ της 23ης Δεκεμβρίου 1944 . Τελικά, η ιστορική διάσκεψη πραγματοποιήθηκε στη Γιάλτα, από τις 4 έως τις 11 Φεβρουαρίου 1945 Στη συνάντηση συζητήθηκαν κρίσιμα ζητήματα για το τέλος του πολέμου και τη μεταπολεμική τάξη, περιλαμβανομένου του μέλλοντος της Γερμανίας, της Πολωνίας, της οργάνωσης των Ηνωμένων Εθνών και της συμμετοχής της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο εναντίον της Ιαπωνίας. Οι αποφάσεις και οι συμφωνίες της διάσκεψης επηρέασαν καθοριστικά τις εξελίξεις στην Ευρώπη κατά τις επόμενες δεκαετίες και η σύγχρονη ιστορία γράφηκε αλλιώς