Στο Εφετείο αγωγή €7 εκατ. για πατρότητα- Στο επίκεντρο εξέταση DNA
A court case involving a 7 million euro paternity claim has been pending since 2015. The case focuses on a DNA test to determine if the plaintiff is the biological son of a deceased man. The Court of Appeal rejected a request from one of the defendants to speed up the appeal hearing.
Συμφωνία για τη διεξαγωγή εξέτασης DNA, η οποία θα καθόριζε κατά πόσο ενάγοντας είναι βιολογικός γιος αποβιώσαντος, βρίσκεται στο επίκεντρο αγωγής που εκκρεμεί από το 2015 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με αντικείμενο ποσό €7 εκατομμυρίων. Το Εφετείο απέρριψε αίτημα ενός εκ των εναγομένων για επίσπευση της εκδίκασης της έφεσής του, η οποία στρέφεται κατά ενδιάμεσης απόφασης που απέρριψε αίτημά του για τερματισμό της αγωγής. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες είχαν δεσμευτεί να αποσύρουν την υπόθεση, εφόσον τα αποτελέσματα της εξέτασης DNA δεν επιβεβαίωναν τη βιολογική συγγένεια. Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στην απόφαση, στις 10 Νοεμβρίου 2025, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 3 και 4 προέβησαν σε κοινή δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους θα προχωρούσε η υπόθεση. Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε όπως ο δεύτερος ενάγοντας και οι εναγόμενοι 3 και 4 παραστούν σε εργαστήριο για τη διεξαγωγή εξέτασης DNA. Σε περίπτωση που τα αποτελέσματα επιβεβαίωναν ότι ο δεύτερος ενάγοντας ήταν βιολογικός γιος του αποβιώσαντος Λοΐζου Κλεάνθους Βωνιάτη, ο εναγόμενος 3 θα κατέβαλλε το ποσό των €7 εκατομμυρίων, είτε σε μετρητά είτε σε ακίνητα είτε με συνδυασμό των δύο. Σε αντίθετη περίπτωση, οι ενάγοντες 1 και 2 θα απέσυραν την αγωγή. Μετά τη λήψη των δειγμάτων, εκδόθηκαν αποτελέσματα τα οποία, σύμφωνα με τον εναγόμενο 4, ανέφεραν ότι ήταν πιθανότερο ο δεύτερος ενάγοντας να μην έχει βιολογική συγγένεια με τους εναγόμενους 3 και 4. Στις 20 Νοεμβρίου 2025, οι ενάγοντες ανέφεραν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, με βάση τα αποτελέσματα, θα έπρεπε να αποσύρουν την αγωγή. Ωστόσο, ζήτησαν χρόνο για να μελετήσουν τα αποτελέσματα, καθώς, όπως αναφέρθηκε, είχαν μόλις παραληφθεί. Την 1η Δεκεμβρίου 2025, ο εναγόμενος 4 πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του ότι είχε εκδοθεί δεύτερο αποτέλεσμα από το ίδιο εργαστήριο, διαφορετικό από το πρώτο. Όπως υποστήριξε, η δεύτερη εξέταση δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας που είχε γίνει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν πρόθεση να εκπληρώσουν τη δική τους υποχρέωση και να αποσύρουν την αγωγή, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η διαδικασία και να προκαλούνται έξοδα και ταλαιπωρία. Η ασάφεια στα αποτελέσματα DNA Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας την αίτηση του εναγομένου 4 για απόρριψη της αγωγής, έκρινε ότι η δήλωση των εναγόντων στις 20 Νοεμβρίου 2025 δεν ήταν σαφής ως προς το τι ακριβώς θα έπρατταν. Όπως σημείωσε, από τη μία πλευρά ο δικηγόρος των εναγόντων φαινόταν να αναγνωρίζει ότι, με βάση τα αποτελέσματα, δεν υπήρχε βιολογική συγγένεια μεταξύ του δεύτερου ενάγοντα και των εναγομένων 3 και 4. Από την άλλη, άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω μελέτης και συμπλήρωσης της δήλωσης, χωρίς να διευκρινίζει εάν επρόκειτο για απόσυρση της αγωγής. Το Δικαστήριο επισήμανε, επίσης, ότι τα αποτελέσματα της εξέτασης που είχε συμφωνηθεί στις 10 Νοεμβρίου 2025 δεν έδιναν σαφή και ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ο δεύτερος ενάγοντας ήταν γιος του αποβιώσαντος. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση, οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει πρακτικά ποιες ακριβώς εξετάσεις θα διενεργούνταν, ενώ φαίνεται να θεωρούσαν δεδομένο ότι το εργαστήριο θα έδινε ξεκάθαρη απάντηση υπέρ του ενός ή του άλλου ενδεχομένου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν υπήρχε το αναγκαίο υπόβαθρο για να διαταχθεί η απόρριψη της αγωγής και απέρριψε την αίτηση του εναγομένου 4, με έξοδα εναντίον του. Η απόφαση του Εφετείου Ο εναγόμενος 4 άσκησε έφεση κατά της ενδιάμεσης απόφασης, ζητώντας παράλληλα την επίσπευση της εκδίκασής της, καθώς η αγωγή είχε προχωρήσει και είχε οριστεί για τελικές αγορεύσεις στις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την επίσπευση της έφεσης, επισημαίνοντας ότι ο εφεσείοντας διατηρεί τη δυνατότητα να προστατεύσει τα δικαιώματά του σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου, απέρριψε την αίτηση για επίσπευση, με έξοδα €1.500 πλέον ΦΠΑ εναντίον του αιτητή. Η έφεση θα ακολουθήσει τη σειρά που εφαρμόζεται για την εκδίκαση εφέσεων επί ενδιάμεσων αποφάσεων. Διαβάστε επίσης: Επιχείρησε να ρίξει ευθύνη στον νεκρό υπάλληλο του- Ο «μοιραίος» θερμολουτήρας