Παλαιολογιο: Μεν το πιαννεις συνέχεια αγκαλιά, εν να κακομάθει
In traditional Cypriot families, mothers were often told not to hold their babies too much. People believed that constant hugging would spoil the child. When a baby cried and reached out, bystanders would suggest leaving the child alone for a while. They believed this would teach the infant a lesson. The baby was the only person in the room unaware of what they were supposed to learn.
«Μεν το πιαννεις συνέχεια αγκαλιά, εν να κακομάθει». Στην κυπριακή οικογένεια η κουβέντα μπορούσε να ακουστεί προτού καλά καλά σηκωθεί η μάνα από την καρέκλα. Το μωρό έκλαιγε, εκείνη άπλωνε τα χέρια, κι όποιος καθόταν δίπλα ήξερε ήδη πού θα κατέληγε η υπόθεση. «Άφησ’ το λλίον. Εν να μάθει». Το μωρό, βέβαια, ήταν ο μόνος στο δωμάτιο που δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να μάθει. Η συμβουλή ακούγεται τόσο δική μας που θα περίμενε κανείς να τη βρει μόνο στα σπίτια μας. Κι όμως, το 1928 ο Αμερικανός ψυχολόγος Τζον Μπρόντους Γουάτσον την είχε βάλει, με ακόμη πιο αυστηρούς όρους, σε εγχειρίδιο ανατροφής. Στο Psychological Care of Infant and Child συμβούλευε τους γονείς να αποφεύγουν τις αγκαλιές και τα φιλιά και να μη βάζουν τα παιδιά στα γόνατά τους. Αν έπρεπε οπωσδήποτε να τα φιλήσουν, αρκούσε ένα φιλί στο μέτωπο την ώρα της καληνύχτας. Το πρωί πρότεινε χειραψία. Χειραψία. Με το παιδί σου. Σαν να ήρθε να σου παραδώσει προσφορά για την ανακαίνιση της κουζίνας. Η ιδέα πίσω από τη συμβουλή ήταν ότι η πολλή τρυφερότητα θα έκανε το παιδί εξαρτημένο. Η ομοιότητα με το δικό μας «εν να κακομάθει» είναι στον φόβο. Η μάνα που έπαιρνε το μωρό αγκαλιά για να το ησυχάσει άκουγε πως, με την ίδια κίνηση, του μάθαινε να απαιτεί. Κι έτσι, σε μια ηλικία που το παιδί είχε στη διάθεσή του κυρίως το κλάμα για να πει ότι κάτι χρειάζεται, οι μεγάλοι μπορούσαν ήδη να του αποδώσουν ολόκληρη στρατηγική. Το 1951, ο Βρετανός ψυχίατρος Τζον Μπόουλμπι δημοσίευσε για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας τη μελέτη Maternal Care and Mental Health. Μελετώντας, μεταξύ άλλων, παιδιά που είχαν ζήσει αποχωρισμό ή ιδρυματική φροντίδα, έστρεψε την προσοχή στη σημασία μιας σταθερής σχέσης φροντίδας. Αργότερα, η ψυχολόγος Μέρι Έινσγουορθ, με τις παρατηρήσεις της στην Ουγκάντα και στη Βαλτιμόρη, έδωσε συγκεκριμένο νόημα στην ιδέα της «ασφαλούς βάσης». Το παιδί μπορεί να απομακρυνθεί για να εξερευνήσει και να επιστρέψει στον άνθρωπο που το φροντίζει όταν χρειάζεται παρηγοριά. Η ίδια σχέση χωρά και την αγκαλιά και τα πρώτα βήματα μακριά της. Στα δικά μας σπίτια η τρυφερότητα έβρισκε συχνά άλλους δρόμους. «Έφαες;» ρωτούσε η μάνα, πριν ακόμη καθίσεις. Μπορούσε να σου βάλει δεύτερη μερίδα την ώρα που της έλεγες πως εχόρτασες, να σου τυλίξει φαγητό για αύριο και να βγει στην πόρτα να δει αν έφυγες. Κάποτε όλο το «επεθύμησά σε» ενός ανθρώπου χωρούσε μέσα σε μια σακούλα με φαΐ. Κι εσύ καταλάβαινες. Ή καταλάβαινες χρόνια αργότερα, όταν άνοιγες τη δική σου πόρτα και ρωτούσες πρώτα «έφαες;». Κάπου εκεί χωρά η φράση «συναισθηματική ανορεξία», ως μεταφορά για μια παράξενη αμηχανία. Μπορεί να θέλεις το χάδι και, μόλις σου το προσφέρουν, να αλλάζεις κουβέντα. Να λες «άτε, ρε» για να γελάσετε και να περάσει η στιγμή. Να σου είναι πιο εύκολο να μαγειρέψεις για κάποιον παρά να του πεις πως σου έλειψε. Κι όταν κάποιος σε ρωτήσει τι χρειάζεσαι, να έχεις έτοιμη την απάντηση από παλιά. «Τίποτε, είμαι καλά». «Μεν το πιαννεις συνέχεια αγκαλιά, εν να κακομάθει». Τόσα χρόνια αναρωτιόμασταν τι θα πάθει ένα παιδί αν το πάρουμε αγκαλιά. Πόσο συχνά αναρωτηθήκαμε τι μαθαίνει όταν, κάθε φορά που απλώνει τα χέρια, του λέμε να περιμένει; Πηγές: John B. Watson, Psychological Care of Infant and Child (1928)/John Bowlby, Maternal Care and Mental Health, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (1951)/Mary D. Salter Ainsworth κ.ά., Patterns of Attachment. Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι Ιστοριοδίφης της Συλλογικής Μνήμης. Αναζητεί στις κουβέντες του κυπριακού σπιτιού όσα περνούν από γενιά σε γενιά, ακόμη κι όταν το «επεθύμησά σε» χωρά ολόκληρο σε μια σακούλα με φαΐ.