Αββακούμ: Ζητούν από τον ΠτΔ επιστροφή αντικειμένων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ
Σε εκτενή και ιδιαίτερα αιχμηρή επιστολή τους προς τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, οι καθαιρεθέντες μοναχοί της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ καταγγέλλουν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων τους και κάνουν λόγο για θεσμική αδράνεια που, όπως υποστηρίζουν, διαρκεί σχεδόν δύο χρόνια. . Η επιστολή, κοινοποιημένη σε όλους τους βασικούς θεσμούς, περιγράφεται από τους συντάκτες της ως «κατηγορητήριο πολιτειακής αποτυχίας».
«Δεν βιώνουμε το κράτος δικαίου στην πράξη»
Οι μοναχοί ξεκινούν θέτοντας το πολιτειακό πλαίσιο της καταγγελίας τους, δηλώνοντας ότι σχεδόν δύο χρόνια μετά τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024 «δεν βιώνουν το κράτος δικαίου στην πράξη». Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά, «η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις της, αλλά από το αν προστατεύει τον πολίτη όταν το κόστος είναι πολιτικό, εκκλησιαστικό ή “επώνυμο”». Κατά την άποψή τους, το μήνυμα που εκπέμπεται στην κοινωνία είναι ότι «κάποιοι είναι ίσοι και κάποιοι είναι… πιο ίσοι».
Η καταγγελλόμενη εκδίωξη από τη Μονή
Κεντρικό σημείο της επιστολής αποτελεί η περιγραφή των γεγονότων της 5ης Μαρτίου 2024. Οι πατέρες αναφέρουν ότι, ενώ βρίσκονταν στη μόνιμη και νόμιμη κατοικία τους, «πρόσωπα που καταγγέλθηκαν από εμάς ως κουκουλοφόροι πρώην και νυν αξιωματούχοι του κράτους και εξωθεσμικά ενεργούντες εισήλθαν στον χώρο της Μονής, εκδίωξαν τους πατέρες και άλλαξαν τις κλειδαριές όλων των χώρων». Παράλληλα, καταγγέλλουν αφαίρεση προσωπικών αντικειμένων μεγάλης αξίας, τα οποία μέχρι σήμερα δεν τους έχουν επιστραφεί.
Περιουσία «εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αξία των αντικειμένων που, σύμφωνα με τους μοναχούς, αφαιρέθηκαν παρανόμως. Όπως αναφέρουν, τα αντικείμενα έχουν δηλωθεί ως κλοπιμαία, έχουν καταγγελθεί επώνυμα και αποτελούν αντικείμενο προδικαστηριακών και αστικών ενεργειών. «Η συνολική αξία τους είναι μεγάλη, συναισθηματικά και υλικά ανεκτίμητη, και ανέρχεται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ», σημειώνουν, υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται για δευτερεύον ζήτημα αλλά για ευθεία προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία.
Επίκληση Συντάγματος και ΕΣΔΑ
Η επιστολή περιλαμβάνει εκτενή νομική τεκμηρίωση, με αναφορές στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι πατέρες τονίζουν ότι η προστασία της κατοικίας «δεν είναι πολυτέλεια αλλά συνταγματική ασπίδα», ενώ η εξαναγκαστική εκδίωξη και η αλλαγή κλειδαριών συνιστούν κατά την άποψή τους υποχρέωση άμεσης διερεύνησης από τις αρχές. «Με άλλα λόγια, αυτό ονομάζεται κλοπή», σημειώνουν, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια υποβάθμισης των καταγγελιών.
Δύο χρόνια χωρίς παραπομπή στη Δικαιοσύνη
Ένα από τα πιο αιχμηρά ερωτήματα της επιστολής αφορά την απουσία δικαστικής εξέλιξης. Οι μοναχοί διερωτώνται πώς είναι δυνατόν «δύο χρόνια μετά να μην έχει κληθεί κανείς να λογοδοτήσει ενώπιον δικαστηρίου», παρά το γεγονός ότι –όπως αναφέρουν– έχουν υποβληθεί 19 στοιχειοθετημένες καταγγελίες με ονοματεπώνυμα και διαθέσιμους μάρτυρες. «Η νομική υπηρεσία από ποιους κατευθύνεται;» ρωτούν, αφήνοντας σαφείς αιχμές για επιλεκτική εφαρμογή του νόμου.
Αιχμές για εκκλησιαστική ασυλία
Στην επιστολή κατονομάζεται συγκεκριμένος μητροπολίτης ως καταγγελλόμενος για εγκληματικές ενέργειες, με τους πατέρες να διερωτώνται ευθέως αν «οι Μητροπολίτες υπερέχουν του νόμου και του Συντάγματος της Δημοκρατίας». Θέτουν το ερώτημα εάν το εκκλησιαστικό αξίωμα λειτουργεί ως παράγοντας εξαίρεσης από τον νόμο και αν «δικαιούται κάποιος να εγκληματεί και να μένει στο απυρόβλητο επειδή φέρει ράσο».
Κριτική προς τον Γενικό Εισαγγελέα
Ιδιαίτερα σκληρή είναι η κριτική προς τον Γενικό Εισαγγελέα, με τους πατέρες να χαρακτηρίζουν «θεσμικά εξευτελιστική» την υπόδειξη να καταθέσουν τους ισχυρισμούς τους σε άλλη, άσχετη δικαστική υπόθεση όπου οι ίδιοι είναι κατηγορούμενοι. «Πώς θα καταδικαστεί ο κλέφτης της περιουσίας μας;» διερωτώνται, μιλώντας για «θέατρο του παραλόγου» και «θεσμική απορρύθμιση».
Πολιτική σιωπή και κοινωνικό μήνυμα
Οι συντάκτες της επιστολής στρέφονται και κατά του πολιτικού συστήματος, καταγγέλλοντας «πολιτική δειλία» και σιωπή των κομμάτων μπροστά σε σοβαρές καταγγελίες. Όπως αναφέρουν, όταν το πολιτικό σύστημα σιωπά «δεν λειτουργεί ως θεσμικός φρουρός αλλά ως θεσμικός παρατηρητής» και ο παρατηρητής, όταν βλέπει παραβιάσεις και δεν αντιδρά, «είναι μέρος του προβλήματος».
Προσωπικό αδιέξοδο και κοινωνικές συνέπειες
Οι πατέρες περιγράφουν και την προσωπική τους κατάσταση, δηλώνοντας ότι εδώ και δύο χρόνια στερούνται κατοικίας, εισοδήματος και βασικών μέσων διαβίωσης. «Πέντε πολίτες είναι στον δρόμο, χωρίς κανένα μισθό, στερούμενοι τη μόνιμη κατοικία τους και τα προσωπικά τους αντικείμενα», σημειώνουν, προσθέτοντας ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να επιλέγει πότε θα λειτουργεί.
«Κατηγορητήριο πολιτειακής αποτυχίας»
Στο καταληκτικό μέρος, η επιστολή αποκτά χαρακτήρα θεσμικής προειδοποίησης. Οι πατέρες υποστηρίζουν ότι η υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ αναδεικνύει «δομικό πρόβλημα λειτουργίας του κράτους δικαίου» και ότι η Δημοκρατία δεν καταλύεται μόνο με ακραία γεγονότα αλλά και «με σιωπές, με αναβολές και με επιλεκτική εφαρμογή του νόμου». Δηλώνουν ότι δεν ζητούν συμπάθεια αλλά δικαιοσύνη και απαιτούν σαφείς απαντήσεις, θεσμικές ενέργειες και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, τονίζοντας ότι από τη στιγμή που όλα τέθηκαν εγγράφως «καμία άγνοια δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί κανείς».