Διεθνής Τύπος: Η απαγωγή Μαδούρο και η ιρανική κρίση τα νέα φλέγοντα μέτωπα
Την παγκόσμια ειδησεογραφία μονοπωλεί αυτή την εβδομάδα η αιφνιδιαστική αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Προέδρου της χώρας Νικολάς Μαδούρο. Η ενέργεια της κυβέρνησης Ντόναλτ Τραμπ αναλύεται εκτενώς από τον διεθνή Τύπο, με τους σχολιαστές να προειδοποιούν για το επικίνδυνο κενό εξουσίας στο Καράκας και την υπονόμευση της διεθνούς νομιμότητας, κάνοντας λόγο για μια νέα εποχή επιθετικού παρεμβατισμού που στερείται ηθικών προσχημάτων και στρατηγικού σχεδιασμού.
Ωστόσο, η γεωπολιτική αστάθεια δεν περιορίζεται στη Λατινική Αμερική, καθώς κρίσιμες εξελίξεις καταγράφονται σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου. Στη Μέση Ανατολή, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με τη σοβαρότερη ίσως εσωτερική κρίση από το 1979, καθώς η οικονομική κατάρρευση πυροδοτεί λαϊκές εξεγέρσεις που απειλούν τη βιωσιμότητα του καθεστώτος.
Παράλληλα, στην Ασία, οι «σειρήνες πολέμου» ηχούν εντονότερα, με την Κίνα να περικυκλώνει στρατιωτικά την Ταϊβάν, δημιουργώντας φόβους για βίαιη αλλαγή του status quo. Το πάζλ της παγκόσμιας αναταραχής συμπληρώνεται από τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία και τις κυνικές στρατηγικές αποκλεισμού στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και από τις φήμες για νέες εδαφικές φιλοδοξίες των ΗΠΑ στη Γροιλανδία, σκιαγραφώντας έναν κόσμο όπου η ισχύς τείνει να υπερισχύσει του δικαίου.
Ο Τύπος της Δύσης
Στην ανάλυση με τίτλο «Το τέλος της αρχής στη Βενεζουέλα», που δημοσιεύτηκε στο Foreign Affairs (ημερομηνία πρόσβασης: 8 Ιανουαρίου), ο Juan S. Gonzalez υποστηρίζει ότι η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ αποτελεί σημείο καμπής και όχι λύση, εγκαινιάζοντας μια πιο επικίνδυνη φάση. Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει την επιχείρηση ως τακτική επιτυχία και αναλαμβάνει ρητά την ευθύνη, δηλώνοντας μάλιστα ότι θα «διοικήσει τη Βενεζουέλα». Ο συγγραφέας προειδοποιεί επικαλούμενος το προηγούμενο του Ιράκ: η εύκολη νίκη μπορεί να οδηγήσει σε κατακερματισμό, κρίση νομιμοποίησης και μακρόχρονη εμπλοκή. Η σταθεροποίηση θα μπορούσε να μειώσει τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα και τη διείσδυση Κίνας/Ιράν/Ρωσίας, αλλά τα σενάρια αποτυχίας είναι πιθανά: μερική μετάβαση με άθικτα εγκληματικά δίκτυα, πολιτικό κενό ή σταδιακή («creeping») δέσμευση σε θέματα ασφαλείας. Η απομάκρυνση του Μαδούρο δεν διαλύει τον «τσαβισμό» (chavismo)· κρίσιμος παράγοντας παραμένουν οι ένοπλες δυνάμεις και η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη συνταγματική νομιμότητα και την πραγματική εξουσία. Κλειδί αποτελεί ο έλεγχος των πετρελαϊκών εσόδων: αν αυτά ελεγχθούν από το εξωτερικό, η κυριαρχία θα είναι κενή περιεχομένου και η ανοικοδόμηση αδύνατη. Τέλος, περιγράφονται τρία μονοπάτια: διαχειριζόμενη μετάβαση, εγκληματοποιημένη συνέχεια ή κλιμάκωση σε νέα παρατεταμένη σύγκρουση. Η έκβαση θα κριθεί από την πειθαρχία, την αυτοσυγκράτηση και την οικονομική στρατηγική, και όχι από το αρχικό πλήγμα. Τονίζεται ότι οι αντιδράσεις της Βραζιλίας, της Κολομβίας και του Μεξικού είναι επικριτικές, ενώ η Ευρώπη εμφανίζεται επιφυλακτική· η οικονομία είναι αυτή που θα κρίνει την επιτυχία.
«Ο Τραμπ δεν έχει πραγματικό σχέδιο για τη Βενεζουέλα» είναι ο τίτλος της παρέμβασης στο Foreign Policy (ημερομηνία πρόσβασης: 7 Ιανουαρίου) του Christopher Sabatini. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ δεν συνοδεύεται από στρατηγική μετάβασης. Μετά τους βομβαρδισμούς και την επιχείρηση που έφερε τον Μαδούρο και τη σύζυγό του στις ΗΠΑ για να δικαστούν, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον θα «ελέγχει» τη χώρα ώσπου να υπάρξει νέα κυβέρνηση. Ο αρθρογράφος θεωρεί τον ισχυρισμό ανεδαφικό: πιστές δυνάμεις παραμένουν στους δρόμους, δεν υπάρχει εξέγερση της αντιπολίτευσης και δεν υφίσταται αμερικανική κατοχή. Κρίσιμο, όμως, είναι το γεγονός ότι ο Τραμπ παρακάμπτει τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Ο Sabatini προειδοποιεί ότι ο «αποκεφαλισμός» του καθεστώτος χωρίς ξεκάθαρο σχέδιο αποτελεί συνταγή χάους: οι δικαιολογίες περί ναρκωτικών ήταν προσχηματικές, η κλιμάκωση έγινε αυτοσκοπός και τώρα παλαιοί παράγοντες ανταγωνίζονται για την εξουσία. Χωρίς διάθεση για μακρόπνοη ανοικοδόμηση, η ρητορική περί πετρελαίου και γρήγορων συναλλαγών θολώνει τον στόχο. Τελικά, η δημοκρατική προοπτική θα κριθεί από τους Βενεζουελάνους και από το αν οι ΗΠΑ στηρίξουν τους θεσμούς και τα δικαιώματα, αντί για τα πρόσκαιρα κέρδη.
Στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Το πραξικόπημα του Τραμπ στη Βενεζουέλα δεν παραβίασε απλώς τους κανόνες – έδειξε ότι δεν υπάρχουν κανόνες. Θα το μετανιώσουμε όλοι», που δημοσιεύτηκε στο The Guardian στις 5 Ιανουαρίου, η Nesrine Malik αναλύει τις επικίνδυνες συνέπειες της αμερικανικής επέμβασης. Η αρθρογράφος επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με προηγούμενους πολέμους όπου οι ΗΠΑ αναζητούσαν ηθικά προσχήματα, η ανατροπή του Μαδούρο και η κατοχή της Βενεζουέλας γίνονται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων, όπως το πετρέλαιο, χωρίς καμία νομιμοφάνεια. Η Malik στηλιτεύει την «γκανγκστερική» συμπεριφορά της κυβέρνησης Τραμπ και επικρίνει σφοδρά την υποκριτική και άτολμη στάση των δυτικών ηγετών (όπως της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου), οι οποίοι αποδέχονται σιωπηρά την παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Το κείμενο προειδοποιεί ότι η ατιμωρησία των ΗΠΑ δημιουργεί ένα καταστροφικό προηγούμενο, διαλύοντας τους κανόνες που στηρίζουν την παγκόσμια ασφάλεια. Αυτή η εξέλιξη ενθαρρύνει άλλες δυνάμεις, όπως τη Ρωσία, την Κίνα και τα κράτη του Κόλπου, να προχωρήσουν σε παρόμοιες επιθετικές ενέργειες και προσαρτήσεις εδαφών, οδηγώντας τον κόσμο σε μια εποχή γεωπολιτικού χάους όπου η ισχύς υπερισχύει του νόμου.
Στο ρεπορτάζ με τίτλο «Η Γερμανία αντιδρά επιφυλακτικά στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ», που δημοσιεύτηκε στην Deutsche Welle στις 5 Ιανουαρίου, αναλύεται η προσεκτική διπλωματική στάση του Βερολίνου απέναντι στις ραγδαίες εξελίξεις στη Βενεζουέλα. Η γερμανική κυβέρνηση, αν και διαχρονικά επικριτική απέναντι στο αυταρχικό καθεστώς του Μαδούρο, εμφανίζεται διστακτική να επιδοκιμάσει πλήρως τη μονομερή ενέργεια των ΗΠΑ. Κύριοι άξονες του προβληματισμού στο Βερολίνο είναι η τήρηση του διεθνούς δικαίου και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για τη σύλληψη ενός ξένου ηγέτη, καθώς και ο κίνδυνος πυροδότησης βίαιων ταραχών ή εμφυλίου πολέμου στη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Επιπρόσθετα, το ρεπορτάζ τονίζει πως η Γερμανία βρίσκεται σε διαρκή διαβούλευση με τους Ευρωπαίους εταίρους της, επιδιώκοντας μια κοινή ευρωπαϊκή γραμμή που θα θέτει ως προτεραιότητα τη σταθερότητα και την ειρηνική δημοκρατική μετάβαση εξουσίας. Τέλος, εκφράζεται η ανησυχία ότι η επιχείρηση ενδέχεται να πολώσει περαιτέρω το κλίμα στην περιοχή, με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών να συνιστά ψυχραιμία και να ζητά εγγυήσεις για την ασφάλεια του άμαχου πληθυσμού.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Στο άρθρο με τίτλο «Ιράν: Ο ανώτατος ηγέτης, ο Πρόεδρος και ο δρόμος», που δημοσιεύτηκε στην Asharq Al-Awsat (ημερομηνία πρόσβασης: 7 Ιανουαρίου), ο Mustafa Fahs αναλύει την κλιμακούμενη κρίση που αντιμετωπίζει το ιρανικό καθεστώς. Οι πρόσφατες διαδηλώσεις, που πυροδοτήθηκαν από την κατάρρευση του νομίσματος στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης, εξαπλώθηκαν γρήγορα, αποκαλύπτοντας ένα βαθύ χάσμα εξουσίας. Ενώ ο Ανώτατος Ηγέτης εστιάζει στη στρατιωτική ενίσχυση ενόψει πιθανής σύγκρουσης με το Ισραήλ, ο Πρόεδρος Masoud Pezeshkian προσπαθεί μάταια να σταθεροποιήσει την οικονομία και να ανοίξει διάλογο με τους πολίτες. Ωστόσο, η κυβέρνηση αδυνατεί να ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα, καθώς οι πραγματικές αποφάσεις λαμβάνονται από τους σκληροπυρηνικούς που ελέγχουν το καθεστώς. Η εμπιστοσύνη του κοινού έχει κλονιστεί τόσο προς τους συντηρητικούς όσο και προς την κυβέρνηση, καθιστώντας κενή περιεχομένου τη ρητορική περί εθνικής συμφιλίωσης. Ο Pezeshkian, αν και αναγνωρίζει την ευθύνη, δείχνει ως υπαίτιους συγκεκριμένους κύκλους εντός του συστήματος για την οικονομική δυσπραγία. Ο συγγραφέας καταλήγει πως η αναταραχή, αν και ξεκίνησε με οικονομικά αίτια, έχει λάβει πολιτικό χαρακτήρα και συνιστά τη σοβαρότερη πρόκληση για το καθεστώς από την ίδρυσή του το 1979.
Στο άρθρο με τίτλο «Τι θα χρειαστεί για να καταρρεύσει το ιρανικό καθεστώς;», που δημοσιεύτηκε στην Israel Hayom (ημερομηνία πρόσβασης: 8 Ιανουαρίου), ο Arash Azizi αναλύει τα εμπόδια που αντιμετωπίζει η λαϊκή εξέγερση στο Ιράν. Παρόλο που οι διαδηλώσεις τροφοδοτούνται από τη δικαιολογημένη οργή για την οικονομική κατάρρευση και την κυβερνητική αυθαιρεσία, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι στερούνται της οργανωμένης πολιτικής ηγεσίας που απαιτείται για μια επιτυχημένη επανάσταση. Η αντιπολίτευση περιγράφεται ως βαθιά διχασμένη, με την ομογένεια να είναι κατακερματισμένη και τους ικανούς ηγέτες εντός της χώρας φυλακισμένους. Ο Azizi τονίζει ότι, χωρίς μια ενωμένη εναλλακτική λύση, είναι απίθανο να υπάρξουν οι κρίσιμες λιποταξίες από τις δυνάμεις ασφαλείας που απαιτούνται για την πτώση του καθεστώτος. Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στον Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως διχαστική φιγούρα, καθώς και στο Ισραήλ, το οποίο κατηγορείται ότι υπονομεύει την ενότητα της αντιπολίτευσης στηρίζοντάς τον μονομερώς, ενώ παράλληλα η εικόνα του έχει πληγεί λόγω των απωλειών αμάχων. Το κείμενο καταλήγει ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να βοηθήσει στη συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου για ειρηνική μετάβαση στη δημοκρατία, επιτρέποντας στους Ιρανούς να αποφασίσουν μόνοι τους για το μέλλον τους.
Ο Τύπος της Ασίας
Στο κύριο άρθρο με τίτλο «Η κινεζική στρατιωτική άσκηση κοντά στην Ταϊβάν δεν μπορεί να γίνει ανεκτή», που δημοσιεύτηκε στο The Asahi Shimbun στις 7 Ιανουαρίου, αναλύεται η κλιμάκωση της έντασης στην Ανατολική Ασία. Το κείμενο περιγράφει πώς, στα τέλη του 2025, ο κινεζικός στρατός περικύκλωσε την Ταϊβάν πραγματοποιώντας ασκήσεις σε απόσταση αναπνοής από το νησί, κινητοποιώντας περίπου 200 αεροσκάφη και εκτοξεύοντας πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς. Το Πεκίνο χαρακτήρισε την άσκηση ως αυστηρή προειδοποίηση κατά της ταϊβανέζικης ανεξαρτησίας και της εξωτερικής ανάμειξης, προκαλώντας παράλληλα διαταραχές στις εμπορικές πτήσεις λόγω έλλειψης έγκαιρης ειδοποίησης. Ο αρθρογράφος επισημαίνει την αντίφαση μεταξύ της επιθετικής στρατιωτικής πίεσης και της ρητορικής του Προέδρου Xi Jinping περί «αδελφικών δεσμών». Εκφράζονται φόβοι ότι η Κίνα, εκμεταλλευόμενη τη διεθνή αστάθεια και τις κινήσεις των ΗΠΑ και της Ρωσίας σε άλλα μέτωπα, ενδέχεται να επιταχύνει την αλλαγή του status quo. Ως απάντηση, πολεμικά πλοία από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία διέσχισαν το Στενό της Ταϊβάν. Το άρθρο καταλήγει τονίζοντας τον αυξημένο κίνδυνο ατυχήματος και την ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας, υπενθυμίζοντας πως η πάγια πολιτική της Κίνας παραμένει τυπικά η ειρηνική επανένωση για λόγους οικονομικής ανάπτυξης.
Στο άρθρο σχολιασμού με τίτλο «Καμία χώρα δεν έχει το δικαίωμα να αστυνομεύει τον κόσμο», που δημοσιεύτηκε στην People's Daily Online στις 7 Ιανουαρίου, ασκείται δριμεία κριτική στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη βίαιη προσαγωγή του Προέδρου της Βενεζουέλας σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Το κείμενο χαρακτηρίζει το συμβάν ως «απαγωγή» αρχηγού κράτους και κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας, τονίζοντας ότι τέτοιες ενέργειες μετατρέπουν τη διεθνή τάξη σε πεδίο επιβολής ισχύος. Ο συντάκτης υποστηρίζει πως κανένα κράτος δεν νομιμοποιείται να ενεργεί μονομερώς ως παγκόσμιος αστυνομικός ή δικαστής, παρακάμπτοντας τους διεθνείς θεσμούς. Επιπλέον, το άρθρο αμφισβητεί τα κίνητρα της Ουάσιγκτον, επισημαίνοντας ότι η απαίτηση του Προέδρου Τραμπ για «πλήρη πρόσβαση» στους φυσικούς πόρους της Βενεζουέλας αποδεικνύει πως στόχος είναι η οικονομική λεηλασία και όχι η δικαιοσύνη. Τέλος, το δημοσίευμα εντάσσει το γεγονός σε ένα ιστορικό αμερικανικών επεμβάσεων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και απόρριψη του «νόμου της ζούγκλας» προς όφελος της συλλογικής ασφάλειας.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Στο άρθρο με τίτλο ««Για να φοβούνται οι ξένοι»: Ο Τραμπ ετοιμάζει μια νέα επιχείρηση», που δημοσιεύτηκε στο μέσο RIA Novosti (ημερομηνία πρόσβασης: 9 Ιανουαρίου), ο αρθρογράφος David Narmania αναλύει τα επόμενα βήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Στον απόηχο της απαγωγής του Μαδούρο, η Ουάσιγκτον φαίνεται να στρέφει το βλέμμα της στην προσάρτηση της Γροιλανδίας, με συμβούλους του Λευκού Οίκου να προαναγγέλλουν την κίνηση αυτή μέσω των κοινωνικών δικτύων. Παρόλο που οι ΗΠΑ διαθέτουν ήδη στρατιωτική παρουσία στο νησί, το ενδιαφέρον του Τραμπ εστιάζεται κυρίως στον ορυκτό πλούτο του, όπως τις σπάνιες γαίες και το ουράνιο. Το κείμενο επικρίνει την υποτονική αντίδραση των Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι περιορίστηκαν σε χλιαρές δηλώσεις υποστήριξης προς τη Δανία. Παρά τις προειδοποιήσεις πολιτικών, όπως του Ντόναλντ Τουσκ, ότι τέτοιες εδαφικές αξιώσεις απειλούν τη συνοχή του ΝΑΤΟ, ο Τραμπ εμφανίζεται να θεωρεί τη Συμμαχία βάρος και να αδιαφορεί για το διεθνές δίκαιο. Ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι αποφασισμένος να εξασφαλίσει την ευημερία των ΗΠΑ σε βάρος των ευρωπαϊκών συμφερόντων.
Στο άρθρο με τίτλο «Slavoj Zizek: Καλωσορίσατε στην εποχή των διαδρόμων», που δημοσιεύτηκε στο The Kyiv Independent στις 5 Ιανουαρίου, ο Slavoj Žižek ασκεί δριμεία κριτική στη ρωσική εξωτερική πολιτική και τη στάση μέρους της δυτικής Αριστεράς. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η ανακοίνωση της Ρωσίας για το «άνοιγμα του διαδρόμου της Οδησσού» αποτελεί στην πραγματικότητα επιβολή αποκλεισμού και παραβίαση του διεθνούς δικαίου, παρόμοια με τακτικές που εφαρμόζουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Ο Žižek αποδοκιμάζει τους αριστερούς διανοούμενους που πανηγυρίζουν τις ρωσικές ενέργειες ως πλήγμα στον δυτικό ιμπεριαλισμό, χαρακτηρίζοντας τη στάση τους υποκριτική και επικίνδυνη, καθώς αγνοεί τον κρατικό τρόμο και θυμίζει φασιστική ρητορική. Επισημαίνει πως ο οικονομικός πόλεμος και η εργαλειοποίηση των μεταφορών πλήττουν κυρίως τον Παγκόσμιο Νότο. Τέλος, υπερασπίζεται την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να στηρίξει οικονομικά την Ουκρανία, θεωρώντας την ως μία αναγκαία κίνηση ανεξαρτησίας. Καταλήγει ότι η Ευρώπη πρέπει να αντισταθεί στον αναδυόμενο άξονα του «νέου φασισμού» (Ρωσία-Ιράν-Βενεζουέλα) και να παραμείνει πιστή στις αξίες του Διαφωτισμού, προτού να είναι πολύ αργά.
Πηγή: ΚΥΠΕ