Το Εφετείο απέρριψε την αγωγή Ρ. Κυριακίδη για τις «σχέσεις με την ΕΟΚΑ Β’»
newsare.net
Το Εφετείο με ομόφωνη απόφαση που εκδόθηκε στις 9 Απριλίου 2026, απέρριψε την έφεση του Ρένου Κυριακίδη και επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι τΤο Εφετείο απέρριψε την αγωγή Ρ. Κυριακίδη για τις «σχέσεις με την ΕΟΚΑ Β’»
Το Εφετείο με ομόφωνη απόφαση που εκδόθηκε στις 9 Απριλίου 2026, απέρριψε την έφεση του Ρένου Κυριακίδη και επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι το επίδικο δημοσίευμα της εφημερίδας «Χαραυγή» ήταν προνομιούχο υπό επιφύλαξη και δημοσιεύτηκε καλή τη πίστει. Η υπόθεση αφορούσε αγωγή λιβέλου που είχε καταχωρίσει ο κ. Κυριακίδης μετά από άρθρο του 2013, το οποίο τον συνέδεε με τον «σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β’». Το εν λόγω δημοσίευμα ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «ο Ν.Κ. είχε στενές του σχέσεις με το σκληρό πυρήνα της ΕΟΚΑ Β’ στην Κύπρο και ονομαστικά με τους… των οποίων ασφαλώς και ήταν επιλογή». Η αναφορά αυτή αποτέλεσε τη βάση της αγωγής, με τον ενάγοντα να υποστηρίζει ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, αναληθές και ότι είχε δημοσιευθεί χωρίς να προηγηθεί έλεγχος της ακρίβειας των πληροφοριών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το δημοσίευμα ήταν πράγματι δυσφημιστικό, αλλά ότι υπαγόταν στην υπεράσπιση του άρθρου 21(1)(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο αναφέρεται σε περιπτώσεις κατά τις oπoίες η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι υπό επιφύλαξη πρovoμιoύχα. Σημείωσε ότι υπήρχαν στοιχεία τα οποία, αν και «μπορεί να μην επαρκούν για την επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της αλήθειας», εντούτοις «σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι αυτό που δημοσίευσε ήταν αναληθές». Το Δικαστήριο είχε επίσης καταγράψει ότι υπήρχε μαρτυρία από «άμεσες πηγές» που χαρακτήριζαν τον ενάγοντα ως «αγωνιστή της περιόδου 1971–1974», όρος που σύμφωνα με τη μαρτυρία παρέπεμπε στην ΕΟΚΑ Β’. Επιπλέον, υπήρχαν ιστορικές αναφορές που τον παρουσίαζαν ως πρόσωπο «που πρόσκειται στην ΕΟΚΑ Β’», καθώς και στοιχεία ότι είχε συλληφθεί ως ύποπτος για την απαγωγή τότε υπουργού, ενέργεια που «οργανώθηκε και εκτελέστηκε από την ΕΟΚΑ Β’». Στην έφεση προβάλλονταν λόγοι που αφορούσαν την εφαρμογή της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη, την εκτίμηση του κατά πόσο το δημοσίευμα αφορούσε τον ενάγοντα και την επιβολή εξόδων. Μεταξύ άλλων υποστηριζόταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «λαθεμένα αποδέχτηκε ότι το δυσφημιστικό δημοσίευμα είναι προνομιούχο υπό επιφύλαξη και έγινε καλή τη πίστει» και ότι δεν εξέτασε επαρκώς αν οι εναγόμενοι πίστευαν ότι το δημοσίευμα ήταν αναληθές. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε κατά πόσο το δημοσίευμα συνιστούσε «ανεύθυνη δημοσιογραφία». Το Εφετείο απέρριψε τα επιχειρήματα αυτά, επισημαίνοντας ότι η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη έχει διευρυνθεί νομολογιακά, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση της ελευθερίας του λόγου ως θεμελιώδους δικαιώματος. Υπενθύμισε τη νομολογία που αναφέρει ότι «σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου». Το Εφετείο έκρινε ότι το δημοσίευμα αφορούσε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, καθώς σχετιζόταν με κατ’ ισχυρισμό ατασθαλίες και πιθανές ποινικές πράξεις σε ίδρυμα, και ότι υπήρχε καθήκον ενημέρωσης του κοινού. Το Εφετείο υιοθέτησε πλήρως τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σημειώνοντας ότι «δεν διαφαίνεται από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος όταν κατέγραψε την πιο πάνω αναφορά γνώριζε ότι αυτή ήταν αναληθής». Συμπλήρωσε επίσης ότι το βάρος απόδειξης κακής πίστης το έφερε ο ενάγων και ότι «δεν προκύπτει να το απέσεισε ποτέ». Υπογράμμισε ότι ακόμη και αν υπήρχαν ανακρίβειες, «κάποιο περιθώριο για υπερβολή, ακόμα και για ανακρίβεια παρέχεται στο πλαίσιο της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη». Το Εφετείο κατέληξε ότι η πρωτόδικη κρίση ήταν ορθή και ότι η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη εφαρμόστηκε δικαιολογημένα, απορρίπτοντας την έφεση στο σύνολό της. Πηγή: ΚΥΠΕ Read more














