Συγκλονίζει η κόρη αγνοούμενου: Μας παρέδιδαν τα οστά του πατέρα μας με δόσεις
newsare.net
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η τραγωδία των αγνοουμένων εξακολουθεί να στοιχειώνει εκατοντάδες οικογένειες, οι οποίεΣυγκλονίζει η κόρη αγνοούμενου: Μας παρέδιδαν τα οστά του πατέρα μας με δόσεις
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η τραγωδία των αγνοουμένων εξακολουθεί να στοιχειώνει εκατοντάδες οικογένειες, οι οποίες συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις και δικαίωση. Για όσους έχασαν τους δικούς τους ανθρώπους χωρίς ποτέ να μάθουν τι απέγιναν, ο χρόνος δεν λειτούργησε ως βάλσαμο. Αντίθετα, η αγωνία, ο πόνος και τα αναπάντητα ερωτήματα παραμένουν ζωντανά, ενώ η αναζήτηση της αλήθειας συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στο «Πρωτοσέλιδο», ο Γιάννος Δημητρίου, εγγονός του αγνοούμενου Γιάννου Μιχαήλ και μέλος της Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων Άσσιας, καθώς και η Σπυρούλα Δαυίδ Συρίμη, κόρη του αγνοούμενου Φραγκόπουλου Δαυίδ, άνοιξαν τις καρδιές τους και περιέγραψαν πώς η απώλεια σημάδεψε τις οικογένειές τους, αλλά και γιατί θεωρούν ότι ακόμη και σήμερα δεν έχει αποδοθεί ο σεβασμός που αξίζει στους συγγενείς των αγνοουμένων. Ο Γιάννος Δημητρίου ευχαρίστησε αρχικά τα μέσα ενημέρωσης για τη διατήρηση του θέματος στην επικαιρότητα, τονίζοντας ότι η συμβολή τους είναι καθοριστική ώστε η κοινωνία να μη λησμονήσει μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές πληγές της κυπριακής τραγωδίας. Όπως είπε, όσο περνούν τα χρόνια ενισχύεται η άποψη ότι η υπόθεση των αγνοουμένων θα πρέπει να θεωρείται πλέον λήξασα. «Υπάρχει μια τάση να λέγεται «τι τους ψάχνουν μετά από 52 χρόνια». Για κάποιον που δεν επηρεάστηκε προσωπικά ίσως να ισχύει αυτό. Για τους ανθρώπους όμως που ζουν καθημερινά αυτή την απώλεια, η ιστορία δεν έκλεισε ποτέ. Η απώλεια παραμένει εκεί κάθε μέρα», ανέφερε. «Η γιαγιά μας διαλύθηκε μετά την εξαφάνιση του παππού» Μιλώντας για τη δική του οικογένεια, ο κ. Δημητρίου περιέγραψε τις δραματικές συνέπειες που είχε η εξαφάνιση του παππού του όχι μόνο για τα παιδιά και τα εγγόνια του, αλλά κυρίως για τη σύζυγό του. Όπως είπε, η γιαγιά του δεν έχασε μόνο τον άντρα της, αλλά και τον μοναδικό της αδελφό, ο οποίος ήταν ο πατέρας της Σπυρούλας Δαυίδ Συρίμη. «Η τραγικότητα είναι ότι χάσαμε τον παππού μας, κουβαλώντας μόνο λίγες μικρές αναμνήσεις μαζί του. Το μεγαλύτερο όμως τραύμα ήταν να βλέπουμε τη γιαγιά μας να χάνει σιγά σιγά τα λογικά της. Μέσα σε λίγα χρόνια δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κανέναν. Κατέρρευσε ολοκληρωτικά εξαιτίας αυτού του τραύματος.» Όπως εξήγησε αργότερα, η απώλεια ήταν παρούσα σε κάθε στιγμή της οικογενειακής ζωής. «Σε κάθε γιορτή, σε κάθε οικογενειακή σύναξη υπήρχε μια απουσία. Θυμάμαι τη γιαγιά να κάθεται στην πόρτα και να λέει «να τον, έρχεται ο πατέρας σου». Ήθελε να φύγει να πάει σπίτι γιατί πίστευε ότι ο σύζυγός της θα την έψαχνε. Ήταν μια κατάσταση από την οποία δεν μπορούσες ποτέ να ξεφύγεις.» Περιγράφοντας την πραγματικότητα της Άσσιας, σημείωσε ότι σχεδόν κάθε οικογένεια είχε χάσει κάποιον άνθρωπο. «Όπου κι αν βρισκόσουν υπήρχε ένας αγνοούμενος. Ήταν ο φίλος σου, ο συγγενής σου, ο γείτονάς σου. Δεν μπορούσες ποτέ να αποσυνδεθείς από αυτή την πραγματικότητα.» Η Σπυρούλα Δαυίδ Συρίμη: «Ήμουν έξι χρονών και ακόμη ζω εκείνη την ημέρα» Με ιδιαίτερη συγκίνηση μίλησε η Σπυρούλα Δαυίδ Συρίμη, η οποία ήταν μόλις έξι ετών όταν χάθηκε ο πατέρας της. «Ήμουν έξι χρονών τότε και σήμερα είμαι εξήντα. Κι όμως αισθάνομαι ακόμη εκείνο το εξάχρονο κορίτσι. Όλη μας η ζωή περιστρέφεται γύρω από αυτή την απώλεια. Ακόμη συνεχίζουμε να ψάχνουμε.» Όπως ανέφερε, το πιο τραγικό είναι ότι πέρασαν περισσότερες από πέντε δεκαετίες χωρίς να υπάρξει πραγματική κάθαρση. «Δεν ήρθε ποτέ η λύτρωση. Δεν ήρθε ποτέ ένα πραγματικό κλείσιμο. Για εμάς δεν υπάρχει τέλος. Δεν περιμένουμε μόνο την 15η ή την 20ή Ιουλίου. Το ζούμε κάθε ημέρα.» Η ίδια τόνισε ότι, παρά το γεγονός ότι η ζωή συνεχίστηκε και οι οικογένειες δημιούργησαν παιδιά και εγγόνια, αισθάνονται ότι έχουν χρέος απέναντι στους ανθρώπους που χάθηκαν. «Έχουμε υποχρέωση απέναντι σε εκείνους που μας μεγάλωσαν, που χάθηκαν και που είναι ήρωες, ακόμη κι αν πολλές φορές δεν τους αντιμετωπίζουν όπως τους αξίζει.» Η μητέρα που μεγάλωσε μόνη τέσσερα παιδιά Η κ. Συρίμη στάθηκε ιδιαίτερα στη μητέρα της, η οποία βρέθηκε ξαφνικά μόνη με τέσσερα παιδιά ηλικίας από έξι έως δεκατεσσάρων ετών. «Ήταν μόλις 39 χρονών. Όταν έγινα κι εγώ τριάντα εννέα, κατάλαβα πραγματικά τι σήμαινε αυτό. Να μεγαλώνεις τέσσερα παιδιά μόνη σου, χωρίς μόρφωση, χωρίς στήριξη, χωρίς τίποτα.» Χαρακτήρισε τον πατέρα της ήρωα του πολέμου και τη μητέρα της «ηρωίδα της ζωής». «Δούλεψε όσο κανείς για να μας μεγαλώσει. Εμείς μεγαλώσαμε με απίστευτες δυσκολίες.» Περιγράφοντας εκείνα τα χρόνια είπε ότι καμία κρατική υπηρεσία δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τις οικογένειες των αγνοουμένων. «Κανένας δεν ήξερε αν είχαμε να φάμε. Κανένας δεν ήξερε αν είχαμε ψυχολογικά προβλήματα. Κανένας δεν ήρθε να μας πει «ελάτε να σπουδάσετε, ελάτε να σας βοηθήσουμε». Ό,τι καταφέραμε το καταφέραμε μόνοι μας.» «Δουλεύαμε όλοι από παιδιά» Όπως ανέφερε, όλα τα παιδιά εργάζονταν από πολύ μικρή ηλικία για να μπορέσουν να πληρώσουν τα δίδακτρα του σχολείου. «Δουλεύαμε κάθε καλοκαίρι για να πληρώσουμε τις σπουδές μας. Θέλαμε να αποκτήσουμε μόρφωση και μια αξιοπρεπή ζωή.» Συγκλονιστική ήταν η αναφορά της σε περιστατικό που βίωσε σε ηλικία 17 ετών. Η οικογένεια δυσκολευόταν να πληρώσει τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου και, όπως είπε, ο διευθυντής τής ανέφερε ότι το συγκεκριμένο σχολείο «δεν ήταν για εκείνη». «Ήταν σαν να μας έλεγαν ότι ακόμη και το δικαίωμα στη μόρφωση δεν ήταν για τα παιδιά των αγνοουμένων. Παρ' όλα αυτά τα καταφέραμε μόνοι μας.» Οι πορείες με τη φωτογραφία του πατέρα Η κ. Συρίμη θυμήθηκε ακόμη τις πορείες στις οποίες συμμετείχε μικρό παιδί κρατώντας τη φωτογραφία του πατέρα της. «Δεν ήξερα καν τι σημαίνει αγνοούμενος. Μας έδινε η μητέρα μας το πλακάτ και εγώ προσπαθούσα να το κρατώ όσο πιο ψηλά μπορούσα γιατί πίστευα ότι κάποιος θα δει τη φωτογραφία και θα μας φέρει τον πατέρα πίσω.» Όπως είπε, αργότερα κατάλαβε ότι πολλές φορές οι οικογένειες χρησιμοποιούνταν χωρίς να υπάρχει ουσιαστικό αποτέλεσμα. «Μόλις έσβηναν τα φώτα, όλα τελείωναν. Η μητέρα μου κάποια στιγμή κατάλαβε ότι έπρεπε να συνεχίσουμε μόνοι μας αυτόν τον αγώνα.» Παράλληλα περιέγραψε το κλίμα σιωπής που επικρατούσε μέσα στο σπίτι. «Δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε ούτε μεταξύ μας. Δεν θέλαμε να στεναχωρήσουμε ο ένας τον άλλο. Πρώτα έπρεπε να επιβιώσουμε και μετά να αντιμετωπίσουμε τον πόνο.» Η ελπίδα ότι οι αγνοούμενοι ήταν ακόμη ζωντανοί Συνεχίζοντας την αφήγησή του, ο Γιάννος Δημητρίου περιέγραψε πώς η ελπίδα συνόδευε τις οικογένειες για πολλά χρόνια μετά την εισβολή. Όπως είπε, οι περισσότεροι συγγενείς πίστευαν ότι οι άνθρωποί τους κρατούνταν ζωντανοί και κάποια στιγμή θα επέστρεφαν. «Τα πρώτα χρόνια όλοι πίστευαν ότι υπήρχαν ζωντανοί. Για αρκετά χρόνια ο κόσμος περίμενε ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψουν. Σιγά σιγά άρχισε να σβήνει αυτή η ελπίδα και να γίνεται πιο έντονη η σκέψη ότι ίσως δεν θα γυρίσουν ποτέ.» Παρά τα χρόνια που πέρασαν, σημείωσε πως η απώλεια δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητας. «Δεν υπήρχε τρόπος να αποσυνδεθείς. Ήταν μαζί σου κάθε μέρα.» «Δεν υπήρχε δουλειά που να μην έκανα» Ο ίδιος αναφέρθηκε και στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι οικογένειες της Άσσιας μετά την εισβολή. Όπως είπε, η επιβίωση ήταν κοινός αγώνας για όλους. «Δεν θυμάμαι καλοκαίρι να μην έχω δουλέψει. Πριν ακόμη ανοίξουν τα σχολεία, ήξερα ότι έπρεπε να βρω δουλειά.» Ο κ. Δημητρίου απαρίθμησε μια σειρά από επαγγέλματα που έκανε από μικρή ηλικία. «Δούλεψα ως γκαρσόνι, ως βοηθός σερβιτόρου, σε δημόσια έργα, στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Δεν υπήρχε δουλειά που να μην έκανα για να μπορέσω να επιβιώσω.» Θυμήθηκε μάλιστα ότι ένα ολόκληρο καλοκαίρι εργάστηκε αποκλειστικά για να μπορέσει να αγοράσει ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, επειδή αγαπούσε τον στίβο. «Τότε έπρεπε να τα αγοράσεις μόνος σου. Δεν υπήρχε κάποιος να σου τα προσφέρει.» Όπως τόνισε, αυτή ήταν η πραγματικότητα για ολόκληρη τη γενιά των παιδιών των προσφύγων. «Κανείς δεν μας βοήθησε να σταθούμε στα πόδια μας» Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Σπυρούλα Δαυίδ Συρίμη, επισημαίνοντας ότι η οικογένειά της έδωσε μόνη της τη μάχη για να επιβιώσει. Όπως είπε, η μητέρα της αφιέρωσε τη ζωή της στην ανατροφή των τεσσάρων παιδιών της, όμως η πολιτεία δεν στάθηκε ποτέ ουσιαστικά δίπλα τους. «Ούτε ψυχολογική στήριξη υπήρχε, ούτε οικονομική βοήθεια, ούτε κάποιος να μας καθοδηγήσει. Μετά από δέκα χρόνια καταφέραμε να σταθούμε στα πόδια μας μόνοι μας.» Η ίδια ξεκαθάρισε ότι δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένης κυβέρνησης. «Δεν είναι προσωπικό. Όλες οι κυβερνήσεις πέρασαν. Σήμερα όμως, μετά από πενήντα δύο χρόνια, εξακολουθούμε να μην έχουμε τον σεβασμό που μας αξίζει.» «Μας παραδίδουν τον πατέρα μας με δόσεις» Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Σπυρούλα Δαυίδ Συρίμη στον τρόπο με τον οποίο, όπως είπε, η οικογένειά της αναγκάστηκε να παραλαμβάνει τα λείψανα του πατέρα της τμηματικά, μία διαδικασία που χαρακτήρισε απάνθρωπη και βαθιά προσβλητική για τους συγγενείς των αγνοουμένων. Όπως εξήγησε, το 2014 η οικογένεια ενημερώθηκε ότι είχαν ταυτοποιηθεί μόλις δεκαπέντε οστά του πατέρα της. Παρότι είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν στην ταφή, αποφάσισαν να περιμένουν, καθώς υπήρχαν ενδείξεις ότι υπήρχαν και άλλα λείψανα που δεν είχαν ακόμη εντοπιστεί ή ταυτοποιηθεί. «Δεν θέλαμε να κλείσουμε την υπόθεση με δεκαπέντε οστά, γνωρίζοντας ότι πιθανόν υπήρχαν κι άλλα. Περιμέναμε με την ελπίδα ότι θα βρεθούν και τα υπόλοιπα», ανέφερε. Η αναμονή αυτή κράτησε χρόνια. Όταν τελικά η μητέρα της έφυγε από τη ζωή το 2023, η οικογένεια σεβάστηκε την τελευταία της επιθυμία να ταφεί μαζί με τα μέχρι τότε ταυτοποιημένα οστά του συζύγου της, συνεχίζοντας όμως παράλληλα την αναζήτηση. Ωστόσο, όπως αποκάλυψε, η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Μετά την αποστολή περίπου 2.400 αταυτοποίητων οστών στις Ηνωμένες Πολιτείες για νέες εξετάσεις DNA, προέκυψαν επιπλέον λείψανα του πατέρα της. «Ήρθε και δεύτερη δόση οστών. Δηλαδή, μετά την ταφή των γονιών μας, πληροφορηθήκαμε ότι είχαν εντοπιστεί κι άλλα οστά του πατέρα μας. Είναι δυνατόν να παραλαμβάνουμε τον άνθρωπό μας με δόσεις; Πώς μπορεί μια οικογένεια να βιώνει ξανά και ξανά το ίδιο πένθος;» Η ίδια υποστήριξε ότι αυτή η διαδικασία αποτελεί συνεχή αναβίωση του τραύματος για τις οικογένειες των αγνοουμένων, αφού κάθε νέα ταυτοποίηση ανοίγει εκ νέου την πληγή και τις αναγκάζει να ξαναζήσουν την απώλεια. «Σήμερα, πενήντα δύο χρόνια μετά, δεν ζητούμε τίποτε περισσότερο από τον στοιχειώδη σεβασμό. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι μας παραδίδουν τα οστά του γονιού μας με δόσεις. Αυτό είναι αδιανόητο», είπε χαρακτηριστικά. Οι καταγγελίες για το Δίκωμο Ο Γιάννος Δημητρίου έκλεισε τη συνέντευξη αναφερόμενος στις πληροφορίες που υπάρχουν εδώ και χρόνια για οργανωμένη μεταφορά λειψάνων στην περιοχή του Δικώμου. Όπως είπε, ήδη από το 2016-2017 η τουρκοκυπριακή πλευρά στη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων είχε καταθέσει επίσημο έγγραφο στο οποίο γινόταν αναφορά σε μάρτυρες που γνώριζαν για τη μετακίνηση λειψάνων. Παράλληλα, σημείωσε ότι υπάρχουν και δημόσιες τοποθετήσεις πρώην αξιωματούχων της ΔΕΑ που εξέφραζαν βεβαιότητα πως λείψανα αγνοουμένων βρίσκονται στο Δίκωμο. Ωστόσο, όπως κατήγγειλε, στις πρόσφατες συναντήσεις που είχαν οι συγγενείς με τη ΔΕΑ ενημερώθηκαν ότι θα απαιτηθούν ακόμη πέντε έως δέκα χρόνια μέχρι να μπορέσουν να προχωρήσουν οι έρευνες, λόγω τεχνικών δυσκολιών και κινδύνων στην περιοχή. «Δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Δεν υπάρχει καμία ορατότητα για το πότε θα προχωρήσουν οι έρευνες. Αυτό είναι το αδιανόητο που συνεχίζουμε να ζούμε.» Οι δύο συγγενείς των αγνοουμένων κατέληξαν υπογραμμίζοντας ότι ο αγώνας τους δεν αφορά μόνο την προσωπική τους δικαίωση, αλλά και την ιστορική αλήθεια, τον σεβασμό προς τους ανθρώπους που χάθηκαν και την υποχρέωση της πολιτείας να συνεχίσει με αποφασιστικότητα την προσπάθεια μέχρι να δοθούν όλες οι απαντήσεις. Διαβάστε επίσης: 1974: Πώς ένας 16χρονος έζησε το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή Read more














