«Πολυγαμία με τον νόμο;» Η διάταξη του 1945 για «πάνω από 1 νόμιμες συζύγους»
Η πολυγαμία δεν αποτελεί επιτρεπτή μορφή γάμου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κι όμως, εδώ και ογδόντα ένα χρόνια, ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος διατηρεί μία εκπληκτική πρόνοια: προβλέπει τι συμβαίνει στην κληρονομιά όταν ο αποβιώσας αφήσει «περισσότερες από μια νόμιμη σύζυγο».
Του Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδη*
Διαβάζοντας μια ανάρτηση του έγκριτου νομικού και Καθηγητή Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, στάθηκα σε μια μικρή αναφορά που, ομολογώ, με έκανε να επιστρέψω και να τη διαβάσω δεύτερη φορά.
Η πολυγαμία, σημείωνε, συνιστά ποινικό αδίκημα στην Κύπρο. Εντούτοις, το άρθρο 44 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, περιέχει μέχρι σήμερα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιφύλαξη.
Δεν αρκέστηκα στην ανάρτηση.
Άνοιξα τον νόμο.
Και εκεί, στο άρθρο 44, βρισκόταν πράγματι η φράση:
«Νοείται ότι αν ο αποβιώσας άφησε περισσότερες από μια νόμιμη σύζυγο, η μερίδα που δίδεται στη σύζυγο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού κατανέμεται εξ ίσου μεταξύ των συζύγων αυτών.»
Στάθηκα κυρίως σε τέσσερις λέξεις:
«περισσότερες από μια νόμιμη σύζυγο».
Και κάπου εκεί άρχισε η έρευνα.
Διότι το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο τι λέει η διάταξη. Βρίσκεται στο πώς μια τέτοια πρόνοια εισήλθε στο κυπριακό δίκαιο, ποιο είναι το ακριβές κανονιστικό της πεδίο και -ίσως ακόμη πιο παράξενο- πώς κατάφερε να επιβιώσει μέχρι σήμερα.
Εδώ, όμως, χρειάζεται μια ουσιώδης νομική διάκριση.
Το άρθρο 44 δεν θεσπίζει ούτε νομιμοποιεί την πολυγαμία. Δεν αποτελεί κανόνα συστατικό του γάμου και δεν παρέχει δικαίωμα σύναψης δεύτερου γάμου ενώ υφίσταται προηγούμενος. Ούτε μπορεί από τη συγκεκριμένη κληρονομική διάταξη να συναχθεί ότι οποιαδήποτε πολυγαμική σχέση δημιουργήθηκε υπό αλλοδαπή έννομη τάξη αναγνωρίζεται αυτομάτως στην Κύπρο.
Άλλο είναι, επομένως, το κύρος της γαμικής σχέσης και άλλο οι κληρονομικές έννομες συνέπειες μιας προσωπικής κατάστασης την οποία καλείται να αντιμετωπίσει η έννομη τάξη.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον νομικό ζήτημα.
Το άρθρο 44 απαντά στο πώς κατανέμεται η συζυγική μερίδα. Δεν επιλύει, από μόνο του, το λογικώς και νομικώς προηγούμενο προκριματικό ζήτημα:
Ποια είναι, κατά νόμον, σύζυγος;
Σε μια υπόθεση με στοιχεία αλλοδαπότητας, η απάντηση μπορεί να προϋποθέτει εξέταση των οικείων κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του εφαρμοστέου δικαίου, του κύρους ή της αναγνώρισης του προσωπικού status που δημιουργήθηκε υπό αλλοδαπή έννομη τάξη και, όπου τίθεται σχετικό ζήτημα, της επιφύλαξης της δημόσιας τάξης του ordre public.
Μόνον εφόσον καταφαθεί η ιδιότητα της «νόμιμης συζύγου» κατά τρόπο που ενεργοποιεί τη διάταξη φτάνουμε στην αριθμητική του άρθρου 44.
Και τότε ο νόμος είναι απολύτως σαφής.
Η μερίδα δεν πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των συζύγων.
Κατανέμεται εξίσου μεταξύ τους.
Για να καταλάβουμε, όμως, πώς βρέθηκε μια τέτοια πρόνοια στο κυπριακό δίκαιο, πρέπει να γυρίσουμε το ημερολόγιο όχι στο 1960 αλλά στο 1945.
Το Κεφ. 195 έχει αποικιακή καταγωγή. Στις 7 Δεκεμβρίου 1945 θεσπίστηκε ο Wills and Succession Law, 1945, Law No. 25 of 1945.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το ωραιότερο εύρημα της έρευνας.
Δεν χρειάζεται να βασιστούμε στη σημερινή ελληνική μετάφραση.
Πηγαίνοντας στο ίδιο το πρωτότυπο αγγλικό νομοθέτημα του 1945 και διαβάζοντας το αρχικό άρθρο 44, συναντούμε ήδη:
“where the deceased has left more than one lawful wife”.
Και ακολουθεί η πρόνοια ότι η μερίδα της συζύγου διαιρείται εξίσου μεταξύ των συζύγων.
Άρα τρεις πιθανές εξηγήσεις μπορούν να αποκλειστούν αμέσως.
Δεν πρόκειται για μεταφραστικό ατύχημα.
Δεν πρόκειται για προσθήκη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Δεν πρόκειται για κάποια σύγχρονη νομοθετική παραδοξότητα.
Η “more than one lawful wife” βρίσκεται στον νόμο από το 1945.
Και παρέμεινε.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή το Κεφ. 195 δεν παρέμεινε ανέγγιχτο. Το ενοποιημένο κείμενο καταγράφει μεταγενέστερες τροποποιήσεις με τον Ν.75/1970, τον Ν.100/1989 και τον Ν.96(I)/2015. Δηλαδή ο μεταγενέστερος νομοθέτης επενέβη επανειλημμένως στο νομοθέτημα. Η επίμαχη επιφύλαξη, όμως, εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί.
Υπάρχει μάλιστα μια λεπτή νομοτεχνική παρατήρηση.
Το κυρίως σώμα του σημερινού άρθρου 44 χρησιμοποιεί πλέον τη διατύπωση «η σύζυγος αυτή ή ο σύζυγος αυτός». Στην τελευταία επιφύλαξη, όμως, επιβιώνει η παλαιότερη, έμφυλη διατύπωση: «περισσότερες από μια νόμιμη σύζυγο».
Μέσα δηλαδή στο ίδιο άρθρο μπορεί κανείς να διακρίνει διαφορετικά νομοθετικά στρώματα.
Σχεδόν ένα μικρό απολίθωμα μέσα στον ίδιο τον νόμο.
Και τότε φτάνουμε στο δυσκολότερο ερώτημα:
Γιατί το έγραψαν το 1945;
Εδώ ο πειρασμός μιας εύκολης απάντησης είναι μεγάλος. Και εδώ ακριβώς πρέπει να αντισταθούμε.
Η γραμματική ερμηνεία μάς λέει τι ορίζει η διάταξη. Η ιστορική ερμηνεία μάς οδηγεί με ασφάλεια στον Νόμο 25 του 1945. Η συστηματική ερμηνεία απαιτεί να εντάξουμε το άρθρο στο ευρύτερο πλέγμα του κληρονομικού δικαίου και, όπου υπάρχει στοιχείο αλλοδαπότητας, των κανόνων που διέπουν την προσωπική κατάσταση και την αναγνώρισή της.
Άλλο όμως αυτά και άλλο η ratio legis.
Για να αποδώσουμε με επιστημονική βεβαιότητα συγκεκριμένη βούληση στον ιστορικό νομοθέτη -ότι δηλαδή η επιφύλαξη θεσπίστηκε για συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα, συγκεκριμένο προσωπικό δίκαιο ή συγκεκριμένη κατηγορία αλλοδαπών γάμων- χρειάζεται αντίστοιχη πρωτογενής τεκμηρίωση.
Χωρίς αυτήν θα μετατρέπαμε μια εύλογη ερμηνευτική υπόθεση σε ιστορικό γεγονός.
Και αυτό δεν χρειάζεται να το κάνουμε.
Διότι το βεβαιωμένο νομοθετικό δεδομένο είναι από μόνο του αξιοπρόσεκτο:
Ο νομοθέτης της αποικιακής Κύπρου του 1945 θεώρησε αναγκαίο να προβλέψει ρητώς την περίπτωση κατά την οποία ένας αποβιώσας θα άφηνε “more than one lawful wife” και να ρυθμίσει τις κληρονομικές συνέπειες αυτής της περίπτωσης.
Αυτό μπορούμε να πούμε.
Τίποτε περισσότερο δεν χρειάζεται να του αποδώσουμε.
Και τίποτε λιγότερο δεν γράφει.
Υπάρχει, τέλος, μια λεπτομέρεια που αξίζει περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.
Εφόσον πληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις υπαγωγής στον κανόνα του άρθρου 44, ο νομοθέτης δεν αναγνωρίζει σε καθεμία από τις νόμιμες συζύγους αυτοτελή πλήρη συζυγική μερίδα.
Η συζυγική μερίδα είναι μία.
Και κατανέμεται εξίσου μεταξύ τους.
Αφού λοιπόν επιλυθούν τα δύσκολα-το status, το εφαρμοστέο δίκαιο, η αναγνώριση και ενδεχομένως το ordre public- ο νομοθέτης επιστρέφει στην αριθμητική.
Ίσα μερίδια, κυρίες μου!
Κάπως έτσι, μία μόνο επιφύλαξη της σημερινής κυπριακής νομοθεσίας μάς μεταφέρει ογδόντα ένα χρόνια πίσω: από την Κυπριακή Δημοκρατία του 2026 στη βρετανική Κύπρο του 1945.
Γιατί οι παλιοί νόμοι δεν αποτελούν μόνο σύνολα κανόνων.
Είναι και στρώματα θεσμικής μνήμης.
Τους τροποποιούμε, τους ενοποιούμε, τους μεταφράζουμε. Καταργούμε άρθρα και προσθέτουμε άλλα. Οι κοινωνίες αλλάζουν, οι αντιλήψεις μεταβάλλονται και οι έννομες τάξεις εξελίσσονται.
Κάποτε, όμως, μια μικρή πρόταση επιβιώνει.
Μέχρι που, ογδόντα ένα χρόνια αργότερα, κάποιος τη διαβάζει λίγο πιο προσεκτικά και θέτει ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα απ’ όλα:
Γιατί βρίσκεται ακόμη εδώ;
Πηγές: Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος / CyLaw, Ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ. 195, άρθρο 44./The Wills and Succession Law, 1945, Law No. 25 of 1945, ιδίως άρθρο 44./Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος / CyLaw, ενοποιημένο κείμενο και ιστορικό τροποποιήσεων του Κεφ. 195.
* Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης. Μέσα από το «Παλαιολόγιο» αναζητεί ιστορίες, πρόσωπα, λέξεις, συνήθειες και μικρά τεκμήρια που ο χρόνος άφησε πίσω, φωτίζοντας άγνωστες και λησμονημένες όψεις της Κύπρου και του ευρύτερου κόσμου. Η γραφή του κινείται ανάμεσα στην ιστορική έρευνα, τη λαογραφία και την κοινωνική παρατήρηση, με σταθερό σημείο αναφοράς τη συνομιλία του παρελθόντος με το παρόν.