Ο γάμος: Η καθημερινή σταύρωση του εγώ
newsare.net
Πότε διαμορφώθηκε το Μυστήριο του Γάμου και γιατί ο έγγαμος βίος θεωρήθηκε από τη χριστιανική παράδοση μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες τοΟ γάμος: Η καθημερινή σταύρωση του εγώ
Πότε διαμορφώθηκε το Μυστήριο του Γάμου και γιατί ο έγγαμος βίος θεωρήθηκε από τη χριστιανική παράδοση μία από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες του ανθρώπου; Όχι επειδή καταργεί την προσωπικότητα, αλλά επειδή απαιτεί καθημερινή εγκράτεια από την οργή, την υπερηφάνεια, την ανάγκη επιβολής και την απαίτηση να γίνεται πάντοτε το δικό μας. Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη* Πότε άρχισε πραγματικά το Μυστήριο του Γάμου; Ο γάμος ως κοινωνικός θεσμός δεν δημιουργήθηκε από τον Χριστιανισμό. Υπήρχε ήδη από την αρχαιότητα στους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, της Αιγύπτου, της Ελλάδας και της Ρώμης, με διαφορετικούς κανόνες, έθιμα και νομικές μορφές. Στην Αγία Γραφή, η αρχή της συζυγικής ένωσης τοποθετείται στη διήγηση της Δημιουργίας, όταν ο άνδρας εγκαταλείπει τον πατέρα και τη μητέρα του, προσκολλάται στη γυναίκα του και «ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν». Ο Χριστός δεν εμφανίζεται, επομένως, να ιδρύει έναν άγνωστο μέχρι τότε θεσμό. Με την παρουσία Του στον γάμο της Κανάς, όμως, τον αγιάζει και τον εντάσσει στη νέα πραγματικότητα της χριστιανικής ζωής. Η ακολουθία του γάμου, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρχε εξαρχής. Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι πιστοί παντρεύονταν σύμφωνα με το ισχύον ρωμαϊκό δίκαιο και ζητούσαν την ευλογία της εκκλησιαστικής κοινότητας. Ήδη στις αρχές του 2ου αιώνα ο Άγιος Ιγνάτιος ο Αντιοχείας αναφέρει ότι όσοι επιθυμούν να παντρευτούν πρέπει να το πράττουν με τη γνώμη του επισκόπου, ώστε η ένωση να είναι «κατὰ Κύριον» και όχι απλώς σύμφωνα με την ανθρώπινη επιθυμία. Από τον 4ο μέχρι τον 9ο αιώνα διαμορφώθηκαν σταδιακά οι ιδιαίτερες ευχές, το στεφάνωμα, το κοινό ποτήριο και τα υπόλοιπα λειτουργικά στοιχεία, ενώ στη βυζαντινή περίοδο η εκκλησιαστική ακολουθία απέκτησε τη μορφή που, με ορισμένες εξελίξεις, διατηρείται μέχρι σήμερα. Η ιστορία, όμως, εξηγεί μόνο πότε διαμορφώθηκε το Μυστήριο. Δεν εξηγεί γιατί η Εκκλησία του απέδωσε τόσο βαθύ πνευματικό περιεχόμενο ούτε γιατί το συνέδεσε με την αυτοθυσία, την άσκηση και τον Σταυρό. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Με αυτά τα λόγια, στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Χριστός δεν περιγράφει απλώς μια πράξη εξωτερικής θυσίας. Μιλά για την απάρνηση εκείνου του εαυτού που θέλει να βρίσκεται πάντοτε στο κέντρο: του εγωισμού που απαιτεί να δικαιώνεται, να επιβάλλεται και να λαμβάνει χωρίς να προσφέρει. Ίσως κανένας θεσμός της ανθρώπινης ζωής να μην αποκαλύπτει αυτή τη σύγκρουση τόσο έντονα όσο ο γάμος. Στη σύγχρονη αντίληψη ο γάμος παρουσιάζεται συχνά ως η ολοκλήρωση ενός μεγάλου έρωτα και ως εγγύηση προσωπικής ευτυχίας. Η χριστιανική παράδοση, όμως, δεν τον αντιμετωπίζει ως το ευτυχισμένο τέλος ενός παραμυθιού. Τον βλέπει ως την αρχή μιας κοινής πορείας, ως Μυστήριο και ως καθημερινό χώρο πνευματικής άσκησης. Η νηστεία έχει συγκεκριμένες ημέρες, η αγρυπνία τελειώνει με την αυγή και η προσευχή ολοκληρώνεται όταν ο άνθρωπος σηκωθεί από το προσευχητάρι του. Ο γάμος, όμως, συνεχίζεται κάθε ημέρα. Συνεχίζεται όταν ο ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων υποχωρήσει μπροστά στην καθημερινότητα, όταν εμφανιστούν οι οικονομικές δυσκολίες, η κόπωση, η ασθένεια, η ανατροφή των παιδιών, οι διαφορετικοί χαρακτήρες και οι προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν. Εκεί η αγάπη παύει να είναι μόνο συναίσθημα και γίνεται συνειδητή επιλογή. Εκεί αρχίζει η πραγματική άσκηση. Το μέτρο της αγάπης είναι ο Σταυρός Ο Απόστολος Παύλος, στην Προς Εφεσίους Επιστολή, δεν ζητεί από τους συζύγους απλώς να συμβιώνουν ή να μοιράζονται τις υποχρεώσεις ενός σπιτιού. Θέτει ως πρότυπο της συζυγικής αγάπης την ίδια τη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία: «Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς». Το μέτρο που θέτει είναι συγκλονιστικό. Δεν είναι η ανταπόδοση, η προσωπική ικανοποίηση ή η εξασφάλιση μιας ήρεμης ζωής. Είναι η αυτοπροσφορά. Είναι ο Σταυρός. Ο Παύλος συνεχίζει λέγοντας ότι οι άνδρες οφείλουν να αγαπούν τις γυναίκες τους όπως το ίδιο τους το σώμα: «ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ». Η ένωση των δύο δεν παρουσιάζεται ως εξαφάνιση της προσωπικότητας, αλλά ως υπέρβαση της απομόνωσης του ατόμου. Ο ένας δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τον άλλο ως ξένο, αντίπαλο ή ιδιοκτησία του. Η συγκεκριμένη περικοπή πολλές φορές απομονώθηκε και ερμηνεύθηκε ως θεμελίωση της κυριαρχίας του άνδρα. Το κείμενο, όμως, αρχίζει με μια γενικότερη προτροπή: «Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ». Η σχέση τοποθετείται μέσα σε ένα πλαίσιο αμοιβαιότητας, ευθύνης και αυτοθυσίας και όχι αυταρχικής εξουσίας. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και η θυσιαστική αγάπη Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας την Προς Εφεσίους Επιστολή, δεν αφήνει περιθώριο να θεωρηθεί η θέση του συζύγου δικαίωμα επιβολής. Αντιθέτως, τη μετατρέπει σε βαρύτατη υποχρέωση αγάπης. Καλεί τον άνδρα να αγαπά τη γυναίκα του όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και να είναι έτοιμος, αν χρειαστεί, να υπομείνει τα πάντα και να προσφέρει ακόμη και τη ζωή του γι’ αυτήν. Η παύλεια αναλογία δεν προσφέρει στον σύζυγο προνόμιο. Του αναθέτει ευθύνη. Κατά τον Χρυσόστομο, η οικογενειακή ειρήνη δεν διατηρείται μέσω του φόβου, της απειλής ή της επιβολής, αλλά μέσω της αγάπης, της πραότητας και της φροντίδας. Η αληθινή δύναμη του συζύγου δεν αποδεικνύεται όταν αναγκάζει τον άλλο να υποχωρήσει, αλλά όταν ο ίδιος είναι πρόθυμος να θυσιάσει τον εγωισμό του. Σε αυτή την προοπτική, ο γάμος δεν είναι πεδίο όπου ο ένας πρέπει να νικήσει τον άλλο. Είναι κοινός αγώνας εναντίον όσων χωρίζουν τους δύο ανθρώπους. Η μεγαλύτερη μάχη είναι το «εγώ» Οι οικονομικές δυσκολίες, οι συγγενείς, οι διαφορετικές συνήθειες και οι ευθύνες των παιδιών μπορούν ασφαλώς να δοκιμάσουν έναν γάμο. Πίσω, όμως, από πολλές συγκρούσεις βρίσκεται μια βαθύτερη μάχη: η σύγκρουση δύο εγωισμών. Δύο άνθρωποι που έμαθαν να σκέφτονται ως «εγώ» καλούνται να οικοδομήσουν ένα «εμείς», χωρίς να πάψουν να είναι δύο ελεύθερες και ανεπανάληπτες προσωπικότητες. Κάθε φορά που ο ένας συγχωρεί αντί να ανταποδώσει την προσβολή, σταυρώνει το εγώ του. Κάθε φορά που ζητεί ειλικρινά συγγνώμη χωρίς να προσθέτει ένα «αλλά», σταυρώνει το εγώ του. Κάθε φορά που ακούει πραγματικά αντί να περιμένει απλώς τη σειρά του για να απαντήσει, σταυρώνει το εγώ του. Κάθε φορά που επιλέγει την ειρήνη αντί της προσωπικής δικαίωσης, αρνείται ένα μικρό μέρος της φιλαυτίας του. Αυτή η σταύρωση δεν είναι αυτοκατάργηση. Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος παύει να έχει φωνή, προσωπικότητα ή αξιοπρέπεια. Σημαίνει ότι παύει να θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό κέντρο της κοινής ζωής. Ούτε πρέπει η χριστιανική διδασκαλία περί υπομονής και θυσίας να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για βία, κακοποίηση, εξευτελισμό ή καταναγκασμό. Ο Σταυρός είναι ελεύθερη πράξη αγάπης και όχι επιβολή πόνου από τον ισχυρότερο στον ασθενέστερο. Η κακοποίηση δεν αποτελεί πνευματική άσκηση και η ανοχή της δεν αποτελεί χριστιανικό καθήκον. Ο γάμος, επομένως, είναι πραγματική δοκιμασία. Δεν δοκιμάζει μόνο τη δύναμη των συναισθημάτων, αλλά την αντοχή του χαρακτήρα, την ικανότητα συγχώρησης, την ταπείνωση και τη διάθεση παραίτησης από την ανάγκη της συνεχούς προσωπικής δικαίωσης. Πολλοί γάμοι δεν καταρρέουν επειδή απουσίασε κάποτε η αγάπη, αλλά επειδή οι δύο άνθρωποι δεν κατόρθωσαν να τη μετατρέψουν από συναίσθημα σε διαρκή πράξη. Όταν η σύγκρουση, η αδιαφορία, η σκληρότητα ή η αποξένωση γίνουν ισχυρότερες από την κοινή θέληση για συμφιλίωση, η σχέση οδηγείται συχνά στο διαζύγιο. Το διαζύγιο είναι η οδυνηρή παραδοχή ότι η κοινή πορεία δεν μπόρεσε να συνεχιστεί. Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που χώρισε είναι ηθικά αποτυχημένος ούτε ότι όλες οι περιπτώσεις είναι ίδιες. Υπάρχουν γάμοι που διαλύονται από βία, προδοσία, εγκατάλειψη, εξάρτηση, κακοποίηση ή πλήρη άρνηση κάθε δυνατότητας αποκατάστασης. Υπάρχουν, όμως, και γάμοι που χάνονται σταδιακά, μέσα από μικρές καθημερινές ήττες απέναντι στον εγωισμό: από μια συγγνώμη που δεν ειπώθηκε, από μια προσβολή που δεν ξεχάστηκε, από μια σιωπή που μετατράπηκε σε τιμωρία και από την επίμονη ανάγκη του καθενός να αποδείξει ότι είχε δίκιο. Η οικογένεια ως «κατ’ οἶκον ἐκκλησία» Η έκφραση «κατ’ οἶκον ἐκκλησία» εμφανίζεται ήδη στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, όταν αναφέρεται στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες που συγκεντρώνονταν μέσα σε σπίτια. Με την πάροδο των αιώνων, η φράση συνδέθηκε και με την οικογένεια ως τον πρώτο χώρο όπου ο άνθρωπος καλείται να ζήσει την πίστη του. Το σπίτι γίνεται έτσι μικρός τόπος δοκιμασίας και κοινωνίας. Εκεί φαίνεται αν η πίστη περιορίζεται στα λόγια και στις τελετές ή αν μετατρέπεται σε καθημερινή πράξη. Η υπομονή, η συγχώρηση, η φροντίδα, η πίστη και η ανιδιοτελής αγάπη δεν κρίνονται μόνο στον ναό. Κρίνονται στην κουζίνα, στο οικογενειακό τραπέζι, στο δωμάτιο ενός άρρωστου ανθρώπου, στην αγωνία για ένα παιδί και στη σιωπηλή συμπαράσταση μιας δύσκολης νύχτας. Οι Πατέρες γνώριζαν ότι η άσκηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην έρημο των μοναχών. Υπάρχει και η έρημος της καθημερινότητας: ένας κόσμος γεμάτος θόρυβο, ευθύνες, επαναλήψεις και θυσίες που συχνά δεν βλέπει κανείς. Η αγιότητα δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικό προνόμιο όσων εγκατέλειψαν τον κόσμο. Η χριστιανική παράδοση περιλαμβάνει συζύγους, μητέρες, πατέρες και οικογένειες που έζησαν την πίστη τους μέσα στις συνηθισμένες υποχρεώσεις του ανθρώπινου βίου. Μια διαφορετική μορφή νηστείας Μήπως, λοιπόν, ο έγγαμος βίος είναι μία από τις μεγαλύτερες μορφές νηστείας; Όχι νηστεία από την τροφή, αλλά από την ανάγκη να επιβληθούμε. Νηστεία από την οργή που θέλει να πληγώσει, από τη σιωπή που χρησιμοποιείται ως τιμωρία, από την υπερηφάνεια που αρνείται να ζητήσει συγγνώμη, από τη μνησικακία που κρατά κατάλογο των παλαιών λαθών και από την απαίτηση να γίνεται πάντοτε το δικό μας. Η αποχή από ορισμένες τροφές μπορεί να διαρκέσει μερικές εβδομάδες. Η εγκράτεια από τον εγωισμό, όμως, αποτελεί αγώνα ολόκληρης ζωής. Ο γάμος δεν είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου μέσα στον άλλο. Είναι η μεταμόρφωση του τρόπου με τον οποίο υπάρχει. Από την αυτάρκεια περνά στην κοινωνία, από την κατοχή στην προσφορά και από το «μου ανήκεις» στο «είμαι εδώ για σένα». Δεν είναι τυχαίο ότι στην ορθόδοξη ακολουθία του γάμου τα στέφανα είναι ταυτόχρονα στέφανα χαράς και μαρτυρίου. Οι νεόνυμφοι στεφανώνονται, αλλά συγχρόνως καλούνται να μαρτυρήσουν την αγάπη τους στην πράξη. Το στεφάνι δεν συμβολίζει μόνο τη γιορτή της ένωσης. Υπενθυμίζει ότι κάθε αληθινή αγάπη περιέχει την προθυμία της θυσίας. Η Ανάσταση περνά από τον Σταυρό Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη δοκιμασία της πίστης να μην είναι πάντοτε η εγκατάλειψη του κόσμου και η αποχώρηση στην έρημο. Ίσως να είναι να επιστρέφει κανείς κάθε βράδυ στο ίδιο σπίτι και να επιλέγει ξανά την αγάπη. Να βλέπει τον άλλον όχι όπως θα ήθελε να είναι, αλλά όπως πραγματικά είναι. Να συγχωρεί χωρίς να εξευτελίζεται, να προσφέρει χωρίς να χειραγωγεί και να ζητεί συγγνώμη χωρίς να φοβάται ότι θα φανεί αδύναμος. Ο γάμος δεν είναι καθημερινή σταύρωση του προσώπου. Είναι καθημερινή σταύρωση του εγωισμού. Δεν καταργεί την ελευθερία, αλλά της δίνει περιεχόμενο. Δεν εξαφανίζει την προσωπικότητα, αλλά την καλεί να ωριμάσει. Δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς πόνο και σύγκρουση, αλλά έναν δρόμο μέσα από τον οποίο δύο άνθρωποι μπορούν να μάθουν τι σημαίνει πραγματικά να αγαπούν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η βαθύτερη χριστιανική του σημασία: στην αποκάλυψη ότι η αγάπη δεν είναι μόνο αυτό που αισθανόμαστε όταν όλα είναι εύκολα. Είναι αυτό που επιλέγουμε όταν το εγώ απαιτεί να νικήσει. Η επιτυχία ενός γάμου δεν κρίνεται από το αν δύο άνθρωποι δεν συγκρούστηκαν ποτέ, αλλά από το αν κατόρθωσαν, έπειτα από κάθε σύγκρουση, να επιστρέψουν ο ένας προς τον άλλο. Και η αποτυχία του δεν αρχίζει πάντοτε την ημέρα του διαζυγίου. Μπορεί να έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα, όταν το «εγώ» έγινε ισχυρότερο από το «εμείς» και όταν η ανάγκη να νικήσει ο ένας εξαφάνισε την κοινή επιθυμία να σωθεί η σχέση. Διότι, όπως διδάσκει ο πυρήνας της χριστιανικής πίστης, η Ανάσταση περνά πάντοτε μέσα από τον Σταυρό. Πηγές – Βιβλιογραφία Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις 2:24. Καινή Διαθήκη, Κατά Ιωάννην 2:1–11, ο γάμος στην Κανά. Καινή Διαθήκη, Κατά Ματθαίον 16:24–25. Καινή Διαθήκη, Προς Εφεσίους 5:21–33. Ιδιαίτερα οι στίχοι 5:21, 5:25 και 5:28–33, στους οποίους η συζυγική σχέση τοποθετείται στο πρότυπο της αγάπης του Χριστού προς την Εκκλησία. Καινή Διαθήκη, Προς Ρωμαίους 16:5· Α΄ Προς Κορινθίους 16:19· Προς Κολοσσαείς 4:15· Προς Φιλήμονα 1:2, για τη χρήση της έκφρασης «κατ’ οἶκον ἐκκλησία». Ιγνάτιος Αντιοχείας, Προς Πολύκαρπον, 5:2, για την τέλεση του γάμου με τη γνώμη του επισκόπου. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία Κ΄ εις την Προς Εφεσίους Επιστολήν, σχολιασμός των στίχων Εφεσίους 5:22–33. Ο Χρυσόστομος παρουσιάζει την αγάπη του συζύγου ως θυσιαστική ευθύνη κατά το πρότυπο του Χριστού. Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων και ομιλίες περί γάμου και οικογενειακής ζωής. Μυστήριο του Γάμου, Ευχολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας: ευχές στεφανώματος, κοινό ποτήριο και «χορός του Ησαΐα». Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Το Μυστήριο του Γάμου και τα κωλύματα αυτού, Κρήτη, 2016. John Meyendorff, Marriage: An Orthodox Perspective, St Vladimir’s Seminary Press. Philip L. Reynolds, Marriage in the Western Church: The Christianization of Marriage During the Patristic and Early Medieval Periods, Brill. *Ο Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής και ευρύτερης ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν. Οι κεντρικές αναφορές του άρθρου στηρίζονται στο Ματθαίος 16:24–25, στο Εφεσίους 5:21–33 και στην 20ή Ομιλία του Ιωάννη Χρυσοστόμου στην Προς Εφεσίους, όπου η συζυγική αγάπη ερμηνεύεται ως ευθύνη αυτοπροσφοράς και όχι ως δικαίωμα κυριαρχίας. Η ιστορική αναφορά στην εξέλιξη του εκκλησιαστικού γάμου στηρίζεται επίσης στην Προς Πολύκαρπον Επιστολή του Ιγνατίου Αντιοχείας, στην ιστορική εξέλιξη της βυζαντινής ακολουθίας και στη σχετική σύγχρονη βιβλιογραφία. Read more












