Γαλλία: Δημόσιος υπάλληλος ανάγκαζε υποψήφιες για εργασία να ουρούν πάνω τους
Σχεδόν 250 γυναίκες πιστεύουν ότι έπεσαν θύματα του Κριστιάν Νεγκρ, ο οποίος φέρεται να τους χορηγούσε διουρητικά κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων εργασίας. Η υπόθεση που επαναφέρει στο προσκήνιο τη «χημική υποταγή»
«‘Ημουν πραγματικά πολύ αδύναμη. Σχεδόν δεν ένιωθα πια τα πόδια μου. Φοβόμουν. Δεν καταλάβαινα τι μου συνέβαινε».
Η Αναΐς ντε Βος ήταν 27 ετών όταν, τον Ιούλιο του 2011, πήγε σε συνέντευξη για μια θέση εργασίας στο υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας, στο Παρίσι.
Δεν συνήθιζε να πίνει καφέ. Οταν, όμως, ο άνθρωπος που της έπαιρνε συνέντευξη, ένας υψηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος ονόματι Κριστιάν Νεγκρ, της πρόσφερε έναν, δέχθηκε από ευγένεια.
«Είχε άσχημη γεύση, οπότε ήπια περίπου τον μισό», αφηγείται στο BBC Global Women.
Η συνέντευξη άρχισε στο γραφείο, αλλά λίγα λεπτά αργότερα ο Νεγκρ πρότεινε να συνεχίσουν κάνοντας μια βόλτα στους δρόμους του Παρισιού. Τότε η Αναΐς άρχισε ξαφνικά να αισθάνεται μια ανεξέλεγκτη ανάγκη να ουρήσει.
Οταν του είπε ότι έπρεπε επειγόντως να βρει τουαλέτα, εκείνος, όπως περιγράφει, την κοίταξε «σχεδόν με χαρά» και στη συνέχεια την οδήγησε προς μια αποθήκη κάτω από γέφυρα στον Σηκουάνα, λέγοντάς της ότι μπορούσε να ουρήσει εκεί.
Η ίδια πανικοβλήθηκε και αρνήθηκε. Τελικά κατάφερε να βρει ένα καφέ, όμως μέχρι να φθάσει στην τουαλέτα είχε χάσει τον έλεγχο της κύστης της.
«Τουλάχιστον δεν με είδε», λέει σήμερα.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Αναΐς είναι μία από τις σχεδόν 250 γυναίκες που πιστεύουν ότι ο Νεγκρ τους χορήγησε φαρμακευτικές ουσίες σε περιστατικά που φέρονται να συνέβησαν μεταξύ 2009 και 2018.
Το αρχείο «Experiments P»
Για χρόνια, η Αναΐς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί εκείνη την ημέρα. Δεν πήρε τη δουλειά, ενώ η εμπειρία, όπως λέει, επηρέασε βαθιά την αυτοπεποίθηση και την επαγγελματική της πορεία.
Το 2019 έλαβε μια επιστολή από την αστυνομία. Τότε έμαθε ότι οι ερευνητές πίστευαν πως ήταν μία από σχεδόν 200 γυναίκες, τις οποίες ο Νεγκρ φέρεται να είχε ναρκώσει κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων εργασίας.
«Σοκαρίστηκα. Αλλά χάρηκα που έμαθα ότι δεν ήμουν τρελή. Κάτι είχε συμβεί εκείνη την ημέρα», λέει.
Σύμφωνα με την ίδια, οι αστυνομικοί εντόπισαν στον υπολογιστή του Νεγκρ ένα αρχείο με τίτλο «Experiments P», μέσα στο οποίο καταγράφονταν στοιχεία των γυναικών.
Το αρχείο φέρεται να περιείχε την ώρα άφιξής τους, τη στιγμή κατά την οποία χορηγείτο το διουρητικό, πόσο χρόνο χρειάζονταν μέχρι να ουρήσουν, ακόμη και τι εσώρουχα φορούσαν.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο Νεγκρ χρησιμοποιούσε διουρητικά, φάρμακα που προκαλούν αυξημένη παραγωγή ούρων.
Η Αναΐς είναι πλέον πεπεισμένη ότι η περίεργη γεύση που είχε ο καφές της οφειλόταν σε τέτοια ουσία. Θυμάται μάλιστα ότι εκείνη την ημέρα πέρασε στιγμιαία από το μυαλό της η σκέψη πως ίσως είχε βάλει κάτι στο ρόφημά της, αλλά την απέρριψε: «Είναι το υπουργείο Πολιτισμού. Δεν μπορεί να συμβαίνει».
Η έρευνα σε βάρος του Νεγκρ άρχισε τον Ιούνιο του 2018, όταν συνάδελφός του τον έπιασε να φωτογραφίζει μια γυναίκα κάτω από το τραπέζι. Αρχικά τέθηκε σε διαθεσιμότητα και το 2019 απολύθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, το 2018 είχε δηλώσει στους ερευνητές ότι είχε «επιβάλει ταπεινωτικές καταστάσεις σε γυναίκες» στη διάρκεια συνεντεύξεων.
Ο Νεγκρ, σήμερα περίπου 60 ετών, βρίσκεται υπό επίσημη έρευνα για κατηγορίες που περιλαμβάνουν χορήγηση ουσιών, παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και σεξουαλική επίθεση και αναμένει να δικαστεί. Αρνήθηκε να σχολιάσει τις κατηγορίες, όταν αυτό του ζητήθηκε από το BBC.
«Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου»
Ανάμεσα στις γυναίκες που εντόπισε η αστυνομία ήταν και η Μαρί-Ελέν Μπρις, η οποία είχε περάσει από συνέντευξη με τον Νεγκρ το 2016 στο Στρασβούργο.
Οπως περιγράφει, εκείνος της πρότεινε να περπατήσουν έξω για να ηρεμήσει. Κατά τη διάρκεια της βόλτας άρχισε και εκείνη να αισθάνεται μια ανεξέλεγκτη ανάγκη να ουρήσει.
Ο Νεγκρ τής είπε ότι γνώριζε μια δημόσια τουαλέτα κοντά, όμως όταν έφθασαν στο σημείο δεν υπήρχε καμία.
«Ο πόνος ήταν τόσο έντονος που είχα ασπρίσει και τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου», θυμάται.
Τελικά αναγκάστηκε να ουρήσει σε δημόσιο χώρο. Ο Νεγκρ προσφέρθηκε να την καλύψει με το σακάκι του.
«Ντρεπόμουν τρομερά. Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου», λέει.
Η Μαρί-Ελέν αναφέρει ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τόσο ψυχολογικές συνέπειες όσο και προβλήματα του ουροποιητικού.
«Δέχθηκα επίθεση, μου χορηγήθηκε ουσία, δηλητηριάστηκα. Για μένα πρόκειται ξεκάθαρα για σεξουαλική επίθεση», τονίζει.
Η «χημική υποταγή»
Η υπόθεση έχει ενταχθεί στη μεγαλύτερη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει στη Γαλλία γύρω από τη «χημική υποταγή», δηλαδή τη χρήση φαρμάκων ή άλλων ουσιών προκειμένου κάποιος να αποκτήσει έλεγχο πάνω σε ένα άλλο άτομο.
Το ζήτημα ήρθε με ιδιαίτερη ένταση στο προσκήνιο το 2024 μέσα από την υπόθεση της Ζιζέλ Πελικό, ο σύζυγος της οποίας καταδικάστηκε επειδή τη νάρκωνε και προσκαλούσε αγνώστους να τη βιάζουν ενώ εκείνη ήταν αναίσθητη.
Στη Γαλλία εφαρμόζεται πλέον πιλοτικό πρόγραμμα που δίνει τη δυνατότητα σε γυναίκες οι οποίες υποψιάζονται ότι τους έχει χορηγηθεί κάποια ουσία να υποβάλλουν δείγματα αίματος, ούρων ή μαλλιών για εργαστηριακό έλεγχο, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να έχουν καταθέσει επίσημη καταγγελία.
Ωστόσο, η περίπτωση του Νεγκρ αναδεικνύει και τα όρια αυτής της διαδικασίας. Πολλές από τις γυναίκες δεν γνώριζαν καν ότι μπορεί να είχαν ναρκωθεί, ενώ οι περισσότερες ουσίες παύουν να ανιχνεύονται στο αίμα και στα ούρα μετά την παρέλευση ορισμένου χρόνου.
Η χρήση διουρητικών με αυτόν τον τρόπο χαρακτηρίζεται «πολύ ασυνήθιστη» από τον τοξικολόγο Ζαν-Κλοντ Αλβαρέζ, ο οποίος δηλώνει ότι δεν έχει συναντήσει ανάλογη περίπτωση στα 26 χρόνια της καριέρας του.
«Για τέσσερα χρόνια ήμουν μόνη με τη γνώση ότι είμαι θύμα»
Για πολλές από τις καταγγέλλουσες, η μακρά αναμονή μέχρι η υπόθεση να φθάσει στη Δικαιοσύνη αποτελεί ένα επιπλέον τραύμα.
Η Αναΐς λέει ότι μετά την πρώτη της κατάθεση στην αστυνομία, το 2019, δεν είχε καμία ενημέρωση μέχρι το 2023, παρά τα επανειλημμένα email που έστελνε.
«Για τέσσερα χρόνια ήμουν μόνη με τη γνώση ότι είμαι θύμα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Είμαι πολύ θυμωμένη με το σύστημα Δικαιοσύνης», λέει.
Η Μαρί-Ελέν χαρακτηρίζει αυτή τη διαδικασία «δευτερογενή θυματοποίηση», υποστηρίζοντας ότι τα θύματα καλούνται διαρκώς να αποδεικνύουν τις συνέπειες όσων υπέστησαν.
Η Καλλιόπη Μινγκέιρου από την Υπηρεσία του ΟΗΕ για τις Γυναίκες δήλωσε στο BBC ότι κυβερνήσεις, αστυνομία και δικαστικές Αρχές πρέπει να κάνουν περισσότερα για την αντιμετώπιση των σεξουαλικών επιθέσεων που διευκολύνονται μέσω της χορήγησης ουσιών.
Η Μαρί-Ελέν, από την πλευρά της, λέει ότι για χρόνια παρέμενε σιωπηλή, μέχρι που σταμάτησε να αισθάνεται ντροπή.
«Δεν χρειάζεται να κρύβομαι. Είμαι θύμα», λέει.
Και επιμένει ότι η δημόσια συζήτηση είναι απαραίτητη, καθώς μπορεί να βοηθήσει και άλλες γυναίκες να αναγνωρίσουν τι τους έχει συμβεί και να απευθυνθούν στις Αρχές.
«Είναι σημαντικό να μιλάμε για τη σεξιστική και τη σεξουαλική βία».
Πηγή: BBC Global Women