Φυλάκιση τριών χρόνων για ληστεία με λεία... €20- Δεύτερη ευκαιρία από Εφετείο
Η κλοπή μόλις 20 ευρώ από περίπτερο υπό την απειλή κουζινομάχαιρου, καθώς και τρεις ακόμη απόπειρες ληστείας σε περίπτερα και φούρνους στον Στρόβολο, βρέθηκαν στο επίκεντρο απόφασης του Εφετείου, το οποίο διατήρησε μεν την κρίση ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σε νεαρό άνδρα ήταν δικαιολογημένες λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, ωστόσο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την άμεση εκτέλεσή τους, διατάσσοντας τελικά την αναστολή του υπολοίπου των ποινών για τρία χρόνια.
Η υπόθεση αφορούσε σειρά περιστατικών που εκτυλίχθηκαν σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους. Το μοναδικό περιστατικό που ολοκληρώθηκε ως ληστεία σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2024, όταν ο κατηγορούμενος εισήλθε σε περίπτερο κρατώντας μαχαίρι και απέσπασε από υπάλληλο το ποσό των 20 ευρώ, αφού προηγουμένως την απείλησε με χρήση βίας. Το ποσό αυτό επιστράφηκε αργότερα από τον ίδιο, γεγονός που αναγνωρίστηκε από τα δικαστήρια ως στοιχείο μεταμέλειας.
Από τα στοιχεία της υπόθεσης προέκυψε ότι μία ημέρα νωρίτερα είχε επιχειρήσει με παρόμοιο τρόπο να ληστέψει άλλο περίπτερο χωρίς να αποσπάσει χρήματα, ενώ οκτώ μήνες αργότερα, στις 3 Ιουλίου 2025, προχώρησε σε ακόμη δύο απόπειρες ληστείας σε περίπτερα στον Στρόβολο, χρησιμοποιώντας και πάλι μαχαίρι και απαιτώντας χρήματα από εργαζομένους. Οι δύο τελευταίες υποθέσεις δεν ολοκληρώθηκαν, καθώς δεν κατάφερε να αποσπάσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Κατά τη σύλληψή του εντοπίστηκε να κατέχει το μαχαίρι που χρησιμοποιούσε στις επιθέσεις.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, ο νεαρός κινούνταν μόνος, χωρίς να καλύπτει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και χρησιμοποιούσε ένα κοινό κουζινομάχαιρο που είχε πάρει από το σπίτι του. Το Εφετείο σημείωσε ότι οι πράξεις του χαρακτηρίζονταν από εμφανή προχειρότητα, καθώς σε τρεις από τις τέσσερις περιπτώσεις εγκατέλειψε αμέσως την προσπάθεια όταν δεν πέτυχε τον σκοπό του, χωρίς να επιμείνει ή να ασκήσει περαιτέρω βία. Ευτυχώς, κανένα από τα θύματα δεν τραυματίστηκε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει ποινές φυλάκισης δυόμισι ετών για καθεμία από τις τρεις κατηγορίες απόπειρας ληστείας, έξι μηνών για την κατοχή επιθετικού όπλου και τριών ετών για τη ληστεία των 20 ευρώ, διατάσσοντας όλες οι ποινές να συντρέχουν, με ανώτατη εκτιτέα ποινή τα τρία χρόνια. Παράλληλα είχε απορρίψει το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της ποινής, κρίνοντας ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων υπερίσχυε των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου.
Κατά την έφεση, η υπεράσπιση υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων. Επικαλέστηκε την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μεταμέλειά του, το λευκό ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, την απουσία οργανωμένου σχεδιασμού, την παρορμητικότητα των πράξεών του και τη χρήση ενός απλού κουζινομάχαιρου αντί κάποιου πιο επικίνδυνου όπλου. Υποστήριξε ακόμη ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν σε κατάσταση στέρησης ναρκωτικών ουσιών, αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό αδιέξοδο και βρισκόταν υπό έντονη ψυχολογική πίεση, γεγονότα που επηρέαζαν την κρίση και τη συμπεριφορά του.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε επίσης σε δύο εξειδικευμένες εκθέσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα από αυτές σκιαγραφήθηκε ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικογενειακό και κοινωνικό υπόβαθρο, με ιστορικό εγκατάλειψης, εκφοβισμού και απωλειών. Καταγράφηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε περάσει μέρος της παιδικής του ηλικίας σε ανάδοχη οικογένεια, εμφάνιζε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και είχε αναπτύξει εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες. Παράλληλα, υπήρχε διάγνωση δυσθυμικής διαταραχής και διαταραχής προσωπικότητας, ενώ οι ειδικοί εισηγούνταν περαιτέρω διερεύνηση για πιθανή ένταξή του στο φάσμα του αυτισμού.
Από την άλλη πλευρά, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα τόνισε ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό αλλά για τέσσερις διαφορετικές εγκληματικές ενέργειες κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν σε χώρους καθημερινής εξυπηρέτησης του κοινού και απαιτούσε χρήματα υπό την απειλή μαχαιριού. Υποστήριξε ότι τα αδικήματα ληστείας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και πλήττουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, γεγονός που επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών.
Το Εφετείο συμφώνησε ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν δεν ήταν έκδηλα υπερβολικές. Σημείωσε ότι, παρά τη σχετικά μικρή λεία των 20 ευρώ και την προχειρότητα με την οποία ενήργησε ο κατηγορούμενος, τα αδικήματα παρέμεναν σοβαρά, καθώς διαπράχθηκαν υπό την απειλή μαχαιριού και σε βάρος εργαζομένων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με φόβο και ανασφάλεια. Έκρινε συνεπώς ότι η τριετής ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί για τη ληστεία και οι υπόλοιπες συντρέχουσες ποινές κινούνταν εντός των επιτρεπτών ορίων της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας.
Ωστόσο, το Εφετείο κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς το ζήτημα της αναστολής. Διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε αξιολογήσει επαρκώς τις εξαιρετικές προσωπικές περιστάσεις του νεαρού, ούτε τις επιπτώσεις που θα είχε η συνέχιση της φυλάκισής του στην προοπτική επανένταξης και αναμόρφωσής του. Έλαβε ιδιαίτερα υπόψη ότι βρισκόταν ήδη υπό κράτηση από τις 4 Ιουλίου 2025 και είχε παραμείνει στη φυλακή για περίπου έντεκα μήνες μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, διάστημα το οποίο κρίθηκε αρκετό ώστε να έχει βιώσει τις συνέπειες του εγκλεισμού και να έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεών του.
Οι εφέτες υπογράμμισαν ότι οι ληστείες και οι απόπειρες ληστείας δεν έφεραν τα χαρακτηριστικά οργανωμένου εγκλήματος, αλλά χαρακτηρίζονταν από επιπολαιότητα και προχειρότητα. Τόνισαν επίσης ότι, πέραν της αναστάτωσης και του φόβου που προκλήθηκαν στα θύματα, δεν υπήρξε σωματική βλάβη ή άλλου είδους ζημιά σε τρίτα πρόσωπα.
Καταλήγοντας, το Εφετείο αποφάσισε ότι η χορήγηση μίας δεύτερης ευκαιρίας εξυπηρετεί καλύτερα τόσο την αναμόρφωση του ίδιου του καταδικασθέντα όσο και το δημόσιο συμφέρον. Ως εκ τούτου απέρριψε τον λόγο έφεσης που αφορούσε το ύψος των ποινών, αλλά έκανε δεκτό τον λόγο έφεσης που αφορούσε τη μη αναστολή τους και διέταξε όπως το υπόλοιπο όλων των ποινών φυλάκισης ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία της πρωτόδικης απόφασης.
Διαβάστε επίσης: Λεμεσός: Παραδόθηκε στην Αστυνομία 24χρονος-Καταζητείτο για απόπειρα φόνου