newsare.net
Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στον διεθνή Τύπο αυτή την εβδομάδα καταλαμβάνουν οι καταιγιστικές εξελίξεις στο Ιράν. Η αιματηρή καταστολή τΔιεθνής Τύπος: Ενδιαφέρον για το ενδεχόμενο ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος
Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στον διεθνή Τύπο αυτή την εβδομάδα καταλαμβάνουν οι καταιγιστικές εξελίξεις στο Ιράν. Η αιματηρή καταστολή των μαζικών διαδηλώσεων, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική αποδυνάμωση της Τεχεράνης μετά από τα πρόσφατα ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα, αναζωπυρώνoyn τη συζήτηση για την πιθανότητα αλλαγής καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα εντείνει τους φόβους για έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο με περιφερειακές προεκτάσεις. Παράλληλα, η διεθνής επικαιρότητα της προηγούμενης εβδομάδας σημαδεύτηκε από σοβαρά ρήγματα στις παραδοσιακές συμμαχίες και το σύστημα ελέγχου εξοπλισμών. Η κρίση εμπιστοσύνης στο ΝΑΤΟ, που πυροδοτήθηκε από τις αξιώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία, κλόνισε τα θεμέλια της διατλαντικής αλληλεγγύης. Ταυτόχρονα, η επίσημη λήξη της πυρηνικής συνθήκης New START βυθίζει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας σε μια νέα εποχή στρατηγικής αβεβαιότητας, τερματίζοντας δεκαετίες ελέγχου των στρατηγικών οπλοστασίων. Στην Ασία, η Κίνα κλιμακώνει τη ρητορική της έναντι της Ιαπωνίας για εδαφικές διεκδικήσεις, ενώ αναδεικνύεται η προσπάθεια των «μεσαίων δυνάμεων» να ανακόψουν την αυθαιρεσία των υπερδυνάμεων και να προασπίσουν τη διεθνή τάξη. Ο δυτικός Τύπος Στο κύριο άρθρο με τίτλο «Η “συμφωνία” με το Ιράν είναι αλλαγή καθεστώτος», που δημοσιεύτηκε στη Wall Street Journal στις 2 Φεβρουαρίου, υποστηρίζεται ότι η αναζήτηση νέας συμφωνίας με την Τεχεράνη είναι πλέον αμφίβολη και ξεπερασμένη. Το κείμενο τονίζει πως από τον Ιούνιο του 2025 τα δεδομένα έχουν αλλάξει καθοριστικά: ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα κατέστρεψαν κρίσιμα τμήματα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και της στρατιωτικής ηγεσίας, αποκαλύπτοντας την ευαλωτότητα του καθεστώτος και το βάθος της διείσδυσης από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών. Ακολούθησαν μαζικές εξεγέρσεις τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, τις οποίες το καθεστώς κατέστειλε αιματηρά, παρά τις προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Η Ουάσιγκτον ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία και την αεράμυνά της (THAAD, Patriot), δημιουργώντας αποτρεπτική υπεροχή. Παράλληλα, η επιστροφή σε συνομιλίες (με αναφορά στην Τουρκία) τίθεται υπό αμφισβήτηση: μετά την υποβάθμιση των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν, οι παραχωρήσεις στον εμπλουτισμό ουρανίου θεωρούνται μικρής αξίας, ενώ η άρση των κυρώσεων θα χρηματοδοτούσε την καταστολή και θα συνιστούσε προδοσία απέναντι στους διαδηλωτές. Οι περιορισμοί στους πυραύλους και στις δυνάμεις-πληρεξουσίους χαρακτηρίζονται «κενό γράμμα» που δύσκολα θα τηρηθεί. Η πρόταση του άρθρου είναι η στήριξη των διαδηλωτών για την ανατροπή των αγιατολάχ, κάτι που θα απέφερε περιφερειακά οφέλη και θα αποδυνάμωνε την Κίνα και τη Ρωσία. Επισημαίνεται ότι οι τιμές του πετρελαίου βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα και το καθεστώς είναι πιο αδύναμο, επομένως τώρα είναι η στιγμή για δράση. Στο άρθρο «Η βία στο Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε εμφύλιο πόλεμο», που δημοσιεύτηκε στο The Economist (ημερομηνία πρόσβασης: 5 Φεβρουαρίου), περιγράφεται πώς η αιματηρή καταστολή των πρόσφατων διαδηλώσεων ριζοσπαστικοποιεί τους Ιρανούς και αυξάνει τον κίνδυνο διάλυσης της χώρας. Καθώς αίρεται σταδιακά ο ψηφιακός αποκλεισμός, αναδεικνύεται το μέγεθος της βίας: οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβεβαιώνουν πάνω από 6.500 νεκρούς και ερευνούν αναφορές για άλλους 17.000, ενώ αντιπολιτευόμενο κανάλι ανεβάζει τον αριθμό πολύ υψηλότερα. Μάρτυρες μιλούν για εικόνες «πεδίου μάχης», με πυρπολημένες τράπεζες, τεμένη και αναποδογυρισμένα οχήματα των δυνάμεων ασφαλείας. Κατά διαστήματα, οι διαδηλωτές έθεταν υπό τον έλεγχό τους δρόμους στην Τεχεράνη, προχωρώντας σε βανδαλισμούς και στοχευμένες επιθέσεις σε μέλη των Μπασίτζ· κάποιοι ισχυρίζονται ότι «ο εμφύλιος έχει ήδη αρχίσει». Οι διαιρέσεις σε μια πολυεθνοτική κοινωνία οξύνονται, με αμοιβαίες κατηγορίες για «μισθοφόρους» και ξένους πράκτορες. Το καθεστώς μετατρέπεται σε κράτος ασφαλείας, χρησιμοποιώντας drones, ελέγχους κινητών και επιβάλλοντας ψηφιακό αποκλεισμό τριών εβδομάδων, ο οποίος βαθαίνει την οικονομική κρίση και προκαλεί την κατάρρευση του ριάλ. Η ρητορική της ηγεσίας περνά από την επίκληση κατανόησης στον χαρακτηρισμό των διαδηλωτών ως «τρομοκρατών», ενώ οι μετριοπαθείς και οι μεταρρυθμιστές περιθωριοποιούνται (αναφέρεται και ο Χασάν Ρουχανί, που τελεί υπό περιορισμό). Ταυτόχρονα, οι μοναρχικοί κύκλοι γύρω από τον Ρεζά Παχλαβί κερδίζουν έδαφος, η αντιπολίτευση συζητά για εξοπλισμό και εκδίκηση, και ο κίνδυνος προσφυγικών ροών (π.χ. προς την Τουρκία) αυξάνεται. Η συγκέντρωση αμερικανικής ναυτικής ισχύος μπορεί να άρει το αδιέξοδο, όμως το άρθρο προειδοποιεί ότι οι ξένες επεμβάσεις και η πτώση ηγετών συχνά προκαλούν απρόβλεπτο χάος, όπως συνέβη στο Ιράκ και στη Λιβύη. Διαβάστε επίσης: Στις κάλπες οι ψηφοφόροι στην Ιαπωνία-Φαβορί το κυβερνών κόμμα «Ο Τραμπ χτύπησε στην καρδιά του αμυντικού συμφώνου που σφυρηλατήθηκε μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης το 1949: την εμπιστοσύνη» είναι ο τίτλος άρθρου γνώμης του Alain Frachon που δημοσιεύτηκε στη Le Monde (ημερομηνία πρόσβασης: 5 Φεβρουαρίου). Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία προκάλεσε διαρκές πλήγμα στην αξιοπιστία του ΝΑΤΟ. Αφορμή στάθηκε η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ να προσαρτήσει τη Γροιλανδία —αυτόνομη περιοχή υπό δανική κυριαρχία— απειλώντας με χρήση βίας ή μέσω «διαπραγμάτευσης». Στο Νταβός (21 Ιανουαρίου), ο Τραμπ, ύστερα από επιθετική ρητορική προς την Ευρώπη, απέσυρε την ιδέα επιβολής τιμωρητικών δασμών και ανακοίνωσε ένα πλαίσιο συνομιλιών, όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει: σε μια συμμαχία, η απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας ενός κράτους-μέλους (της Δανίας) διαβρώνει την ίδια τη βάση της αποτροπής. Οι Ευρωπαίοι, με τη στήριξη του Καναδά, αντέδρασαν ασυνήθιστα σθεναρά, τονίζοντας ότι υπήρχαν ήδη συμφωνίες από το 1951 που επέτρεπαν στις ΗΠΑ περισσότερες βάσεις και πρόσβαση σε πόρους χωρίς παραβίαση της κυριαρχίας. Ο αρθρογράφος διακρίνει πίσω από τη στάση του Τραμπ την αντίληψη ότι η Ευρώπη «εκμεταλλεύεται» την Αμερική και ότι το μεταπολεμικό σύστημα κανόνων λειτούργησε εις βάρος των ΗΠΑ. Επισημαίνει επίσης ότι το ΝΑΤΟ πλήττεται από το τέλος της δικομματικής συναίνεσης στην αμερικανική εξωτερική πολιτική: οι Δημοκρατικοί είναι υπέρ του ΝΑΤΟ, ενώ πολλοί Ρεπουμπλικανοί είναι εναντίον του, με πιθανό διάδοχο τον Τζ. Ντ. Βανς, που θεωρείται ακόμη πιο εχθρικός. Έτσι, το «πνεύμα» της αλληλεγγύης κλονίζεται, κάτι που ευνοεί τη Μόσχα και το Πεκίνο, και η Ευρώπη ωθείται σε μια μακρά πορεία προς τη στρατηγική της αυτονομία. Στο άρθρο «Ένα από αυτά τα κύματα διαμαρτυριών στο Ιράν θα ρίξει το κράτος», του Rouzbeh Parsi, που δημοσιεύτηκε στην El País (ημερομηνία πρόσβασης: 3 Φεβρουαρίου), υποστηρίζεται ότι οι επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις κάποια στιγμή θα επιφέρουν τη διάρρηξη του ιρανικού κράτους, αλλά η πτώση του καθεστώτος είναι πιθανότερο να οδηγήσει σε χάος και εμφύλιο παρά σε ομαλή μετάβαση. Ο συγγραφέας περιγράφει τις κινητοποιήσεις ως «πικρές και γνώριμες»: ανά λίγα χρόνια, η διάχυτη δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε πανεθνική κρίση, με βάσιμα παράπονα και εξίσου βίαιη καταστολή. Κεντρικός μοχλός είναι η οικονομία, που βρίσκεται σε παρατεταμένη ελεύθερη πτώση λόγω κακοδιαχείρισης και διαφθοράς, αλλά και λόγω των αμερικανικών κυρώσεων, προκαλώντας σχεδόν καθολική οργή. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργαλείο ενημέρωσης και παραπληροφόρησης, ενώ το κράτος περιορίζει την πρόσβαση στο διαδίκτυο και στα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας για να εμποδίσει τη συμμετοχή και να αποκρύψει τη βία. Οι τωρινές διαδηλώσεις μοιάζουν με εκείνες του 2017, του 2018-2019 και του 2022-2023, όμως κλιμακώνονται ταχύτερα και με περισσότερη βία, εν μέρει υπό τη σκιά της ισραηλινής επίθεσης του Ιουνίου 2025, που ανέδειξε την αδυναμία της ιρανικής άμυνας και την προθυμία του Ισραήλ και των ΗΠΑ (επί Τραμπ) να συγκρουστούν στρατιωτικά με την Τεχεράνη. Εξετάζεται ο ρόλος του Ρεζά Παχλαβί, που κερδίζει προβολή ποντάροντας στην εξωτερική στήριξη, αλλά χωρίς σταθερή οργανωτική βάση. Η νοσταλγία για τη μοναρχία ερμηνεύεται ως ένδειξη απόγνωσης και απουσίας ενιαίας εσωτερικής ηγεσίας, ενώ οι φορείς της ουσιαστικής αντιπολίτευσης στο εσωτερικό (ακτιβιστές, αποξενωμένοι πολιτικοί, συνδικάτα) φυλακίζονται συστηματικά. Η παλιά «συνταγή» καταστολής και μικρών παραχωρήσεων δεν αποδίδει πλέον· αν συνεχιστεί το ίδιο μοτίβο, ένα μελλοντικό κύμα διαμαρτυριών θα προκαλέσει την κατάρρευση του κράτους, με απρόβλεπτη και πιθανότατα βίαιη συνέχεια. Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής Στο δημοσίευμα με τίτλο «Το τρίγωνο πολέμου, διαπραγμάτευσης και πίεσης: ποιο είναι το αμερικανικό σενάριο απέναντι στο Ιράν;», που δημοσιεύτηκε στην ιρανική ενημερωτική ιστοσελίδα Noor News (ημερομηνία πρόσβασης: 2 Φεβρουαρίου), αναλύεται ότι τα ταυτόχρονα μηνύματα των ΗΠΑ για διαπραγμάτευση και στρατιωτική απειλή αποτελούν συνειδητή στρατηγική «σύνθετης πίεσης» στο πλαίσιο ενός γνωσιακού και επικοινωνιακού πολέμου. Το κείμενο υποστηρίζει ότι η Ουάσιγκτον συνδυάζει διπλωματία, στρατιωτική κλιμάκωση στην περιοχή, ψυχολογικές επιχειρήσεις και «πόλεμο αφηγήσεων» για να επιβάλει μία ενιαία ιδέα: η διαπραγμάτευση είναι επιθυμητή, αλλά μόνο υπό πίεση. Η «φαινομενική αντίφαση» εξυπηρετεί δύο στόχους: το μήνυμα διαλόγου κρατά ανοιχτή τη διπλωματική οδό και διαχειρίζεται τη διεθνή κοινή γνώμη, ενώ το μήνυμα απειλής αυξάνει τη διαπραγματευτική ισχύ, ώστε το κόστος της «μη συμφωνίας» να φαίνεται μεγαλύτερο από εκείνο μιας «περιορισμένης συμφωνίας». Παράλληλα, οι ΗΠΑ καθησυχάζουν τους περιφερειακούς συμμάχους ότι η «σκληρή επιλογή» παραμένει στο τραπέζι. Κομβικός παράγοντας παρουσιάζεται το Ισραήλ, το οποίο —ακόμη και όταν μετριάζει τη δημόσια ρητορική του— φέρεται να ασκεί επιχειρησιακή και πολιτική επιρροή, πιέζοντας για σκληρότερη γραμμή και διεύρυνση της ατζέντας πέρα από τα πυρηνικά, ώστε να συμπεριλάβει το πυραυλικό πρόγραμμα και την περιφερειακή πολιτική του Ιράν, «ανεβάζοντας τον πήχη» και, κατά συνέπεια, τον κίνδυνο αδιεξόδου. Η ιρανική θέση περιγράφεται ως διττή: ετοιμότητα για εκτεταμένη απάντηση σε περίπτωση επίθεσης (με την προειδοποίηση ότι θα στοχοποιηθεί και το Ισραήλ) και αποδοχή μόνο «δίκαιων» συνομιλιών, χωρίς απειλές. Το άρθρο πλαισιώνει την κρίση ως ένα πολυμερές «παιχνίδι στο χείλος του γκρεμού», όπου ο κύριος κίνδυνος είναι η ακούσια κλιμάκωση από λάθος υπολογισμό ή ανεξέλεγκτο επεισόδιο, παρότι η διπλωματία παραμένει ενεργή. Ο Nebi Miş, στο άρθρο γνώμης με τίτλο «Η Άγκυρα θέλει σταθερότητα, όχι στρατιωτική δράση στο Ιράν», που δημοσιεύτηκε στο Daily Sabah στις 2 Φεβρουαρίου, υποστηρίζει ότι η Τουρκία επιδιώκει να αποτρέψει έναν πόλεμο μέσω σταδιακής διπλωματίας, καθώς οι ΗΠΑ ενισχύουν στρατιωτικά την περιοχή, διατηρώντας ανοιχτή την επιλογή της επέμβασης. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει αποφασισμένος να δράσει αν το Ιράν δεν ικανοποιήσει πλήρως τις αμερικανικές απαιτήσεις, αν και παραμένει ασαφές εάν ο τελικός στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος ή ο περιορισμός του πυρηνικού και του βαλλιστικού προγράμματος, καθώς και αν η επέμβαση θα είναι άμεση ή θα γίνει σε συνεργασία με το Ισραήλ ή υπό την κάλυψή του. Ως πιθανοί στόχοι των πληγμάτων αναφέρονται βάσεις των Φρουρών της Επανάστασης και των Μπασίτζ, εγκαταστάσεις βαλλιστικών πυραύλων και σημεία που συνδέονται με το πυρηνικό πρόγραμμα. Μια περιορισμένη επιχείρηση, κατά το άρθρο, θα μπορούσε να επιτρέψει μια «σταδιακή μετάβαση» χωρίς πλήρη κατάρρευση, ενώ μια ευρεία επέμβαση ενδέχεται να προκαλέσει χάος και εμφύλιο, με περιφερειακές επιπτώσεις ιδιαίτερα επιβαρυντικές για την Τουρκία. Οι αμερικανικές απαιτήσεις συνοψίζονται στον τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος και την παράδοση του εμπλουτισμένου ουρανίου, σε περιορισμούς στην εμβέλεια και τις δυνατότητες των πυραύλων και στη διακοπή της στήριξης σε δυνάμεις-πληρεξουσίους. Το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να διαπραγματευτεί, αλλά θεωρεί αδύνατη την ταυτόχρονη αποδοχή όλων των όρων. Η Τουρκία, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τον Υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, προωθεί μια ατζέντα «βήμα-βήμα» με προτεραιότητα το πυρηνικό πρόγραμμα, επιδιώκοντας ενεργό διαμεσολαβητικό ρόλο και πολυμερή διπλωματία, ενώ απορρίπτει την άμεση στρατιωτική επέμβαση και ζητά περιφερειακές λύσεις αντί για «σωτηρία» από εξωτερικό ηγεμόνα. Ο Τύπος της Ασίας Στο άρθρο «Οι μεσαίες δυνάμεις μπορούν να αναδιαμορφώσουν την παγκόσμια τάξη», του James J.Y. Hsu, που δημοσιεύτηκε στο Taipei Times στις 2 Φεβρουαρίου, υποστηρίζεται ότι οι «μεσαίες δυνάμεις» μπορούν συλλογικά να αναχαιτίσουν την αυθαιρεσία των υπερδυνάμεων και να στηρίξουν μια διεθνή τάξη βασισμένη σε αξίες. Αφετηρία αποτελεί η αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ, με αιτιολογία την πλημμελή διαχείριση της πανδημίας και την άρνηση μεταρρυθμίσεων. Ο συγγραφέας κατηγορεί τον ΠΟΥ για υπερβολική εγγύτητα με την Κίνα, έλλειψη διαφάνειας και απουσία λογοδοσίας για την COVID-19, υποστηρίζοντας ότι αγνόησε την έγκαιρη προειδοποίηση της Ταϊβάν για κρούσματα στη Γουχάν και πιθανή μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο, ενώ δεν κινήθηκε γρήγορα για τη διερεύνηση της προέλευσης του ιού. Τονίζει ότι η επιστήμη πρέπει να παραμένει εκτός πολιτικής. Ως δεύτερο παράδειγμα επιθετικής υπερδύναμης αναφέρει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, επισημαίνοντας ότι η ουκρανική αντοχή κατέστη δυνατή χάρη στη στρατιωτική στήριξη και τις κυρώσεις από μεσαίες δυνάμεις, που περιόρισαν τους πόρους της Μόσχας. Παρουσιάζει την Ταϊβάν ως κρίσιμη μεσαία δύναμη για την υπεράσπιση της αλήθειας και της ασφάλειας. Επικαλείται δήλωση του Μαρκ Κάρνεϊ ότι η συνεργασία των μεσαίων δυνάμεων μπορεί να οικοδομήσει έναν πιο ανθεκτικό κόσμο και συμμαχίες στην οικονομία και την άμυνα, που θα υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κυριαρχία και τη δημοκρατία, ιδίως όταν οι ΗΠΑ γίνονται πιο «εσωστρεφείς». Τέλος, προειδοποιεί για πιθανή μελλοντική κρίση στην Κίνα (εκκαθαρίσεις στον στρατό, οικονομική ύφεση) και προτείνει, πρώτον, τον τερματισμό του πολέμου με τη Ρωσία και, στη συνέχεια, την αντιμετώπιση των πιθανών συνεπειών μιας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης και εμφύλιων εντάσεων. Στο δημοσίευμα με τίτλο «Η Κίνα επαναβεβαιώνει την κυριαρχία της επί του Ντιαογιού Ντάο και επικρίνει τη στρατιωτική επέκταση της Ιαπωνίας», που δημοσιεύτηκε στην κινέζικη ενημερωτική ιστοσελίδα Ecns.cn (ημερομηνία πρόσβασης: 5 Φεβρουαρίου), παρουσιάζονται οι θέσεις του κινεζικού υπουργείου Άμυνας για τη διαμάχη γύρω από τα νησιά Ντιαογιού Ντάο και για τη στρατιωτική πολιτική της Ιαπωνίας. Ο εκπρόσωπος Τζιανγκ Μπιν δηλώνει ότι το Ντιαογιού Ντάο και τα παρακείμενα νησιά αποτελούν «εγγενές κινεζικό έδαφος» και ότι η Κίνα θα λάβει «αποτελεσματικά μέτρα» για να προστατεύσει την εδαφική της κυριαρχία και τα θαλάσσια δικαιώματά της. Η δήλωση γίνεται ως απάντηση σε κανονισμό που υιοθέτησε η νομαρχία της Οκινάουα, ο οποίος —κατά το Πεκίνο— θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την αποβίβαση Ιαπώνων στα νησιά, στο πλαίσιο «επιτόπιων ερευνών». Παράλληλα, ο Τζιανγκ επικρίνει την Ιαπωνία ότι επιταχύνει τη στρατιωτική της ενίσχυση και στέλνει «προκλητικά μηνύματα» σε ευαίσθητες περιοχές, όπως η ανάπτυξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, η χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές όπλων και, όπως αναφέρεται, οι παρασκηνιακές ρυθμίσεις με τις ΗΠΑ για βαθύτερη ενοποίηση της επιχειρησιακής διοίκησης και του ελέγχου. Υποστηρίζει ότι η Ιαπωνία αποκτά «επιθετικά όπλα» με πρόσχημα την απόκτηση ικανότητας «αντεπίθεσης» και ότι συζητά ακόμη και για πυρηνικό εξοπλισμό. Κατά την Κίνα, αυτές οι κινήσεις παραβιάζουν τις υποχρεώσεις της Ιαπωνίας ως ηττημένης χώρας, όπως απορρέουν από τη Διακήρυξη του Καΐρου και τη Διακήρυξη του Πότσδαμ. Τέλος, με αναφορά στην 80ή επέτειο από την έναρξη των Δικών του Τόκιο, προειδοποιεί για «αναβίωση του μιλιταρισμού» και δηλώνει ότι η Κίνα θα συνεργαστεί με «φιλειρηνικά έθνη» για τη διαφύλαξη της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας Το άρθρο με τίτλο «Άμεση επιδείνωση δεν θα υπάρξει: Ειδικοί για τη λήξη της START III» δημοσιεύτηκε στη ρωσική ιστοσελίδα RBK (РБК) στις 5 Φεβρουαρίου. Η ανάλυση παρουσιάζει τις απόψεις ειδικών σε θέματα αφοπλισμού για τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης για τη Μείωση των Στρατηγικών Όπλων (New START) μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Οι ειδικοί συμφωνούν ότι δεν αναμένεται άμεση κρίση, αλλά επισημαίνουν μακροπρόθεσμους κινδύνους: απώλεια διαφάνειας και προβλεψιμότητας, διάβρωση των μηχανισμών εμπιστοσύνης και πιθανότητα μιας νέας, ποιοτικής και ποσοτικής, κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών. Η κύρια απειλή είναι η δυσκολία επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για μια νέα συμφωνία, γεγονός που θα οδηγούσε σε αυξημένη αβεβαιότητα και στρατηγική αστάθεια. Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν την πρόταση του Βλαντίμιρ Πούτιν για τήρηση των ορίων της New START για τουλάχιστον ένα έτος, ακόμη και ανεπίσημα, ως γέφυρα για νέες συνομιλίες. Ωστόσο, η πιθανότητα να αποδεχθούν κάτι τέτοιο οι ΗΠΑ θεωρείται χαμηλή, λόγω της αντίθεσής τους στον έλεγχο των όπλων και της επιθυμίας τους να ενισχύσουν το οπλοστάσιό τους εξαιτίας της Κίνας. Ως άμεσα βήματα προτείνονται η επανέναρξη της ανταλλαγής δεδομένων και η αναζήτηση κοινών θέσεων για την επικείμενη Συνδιάσκεψη Αναθεώρησης της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση του διεθνούς καθεστώτος πυρηνικού ελέγχου. Η γενική εικόνα είναι μια επικίνδυνη περίοδος στρατηγικής αβεβαιότητας, που απαιτεί μέτρα μείωσης του κινδύνου. Το άρθρο με τίτλο «Η πυρηνική συνθήκη έληξε: μια εποχή αβεβαιότητας ξεκινά για τις ΗΠΑ και τη Ρωσία», της Anastasiia Pavlenko, που δημοσιεύτηκε στις 5 Φεβρουαρίου στην ουκρανική ιστοσελίδα TSN (ТСН), αναλύει τις σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες από τη λήξη της συνθήκης New START, της τελευταίας σημαντικής συμφωνίας ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Κύριο σημείο της ανάλυσης είναι ότι, για πρώτη φορά από την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, η Μόσχα και η Ουάσιγκτον μένουν χωρίς ρυθμιστικό πλαίσιο για τα στρατηγικά τους αποθέματα. Η παύση της ανταλλαγής πληροφοριών και των επιθεωρήσεων δημιουργεί κενό ασφαλείας, ενισχύοντας τον κίνδυνο μιας νέας κούρσας εξοπλισμών. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι, ελλείψει νομικών περιορισμών, οι δύο χώρες ενδέχεται να αναπτύξουν εκατοντάδες επιπλέον κεφαλές, προετοιμαζόμενες για το «χειρότερο σενάριο». Η κατάσταση επιδεινώνεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία, την άνοδο της Κίνας ως πυρηνικής δύναμης και την αβεβαιότητα στις σχέσεις ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και η Ρωσία κατέχουν το 86% του παγκόσμιου οπλοστασίου, η διπλωματική οδός παραμένει ασαφής. Ενώ η Ρωσία είχε θέσει ως όρο την αμοιβαία δέσμευση για παράταση, η νέα αμερικανική ηγεσία εμφανίζεται συγκρατημένη, στοχεύοντας σε μια μελλοντική, πιο «συμφέρουσα» συμφωνία και αφήνοντας το παρόν σε καθεστώς επικίνδυνης αβεβαιότητας. Πηγή: ΚΥΠΕ Read more











