ΕΚΤ: Ζητά αυστηρότερους όρους τραπεζικού δανεισμού για τις επιχειρήσεις
Περαιτέρω αυστηροποίηση των επιτοκίων των τραπεζικών δανείων και άλλων όρων χρηματοδότησης, ανέφεραν οι επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, στον πιο πρόσφατο γύρο της Έρευνας για την Πρόσβαση των Επιχειρήσεων στη Χρηματοδότηση, SAFE, οι επιχειρήσεις ανέφεραν ισχυρή καθαρή αύξηση των επιτοκίων στα τραπεζικά δάνεια. Το καθαρό ποσοστό διαμορφώθηκε στο 42%, έναντι 26% το προηγούμενο τρίμηνο.
Παρόμοια αύξηση καταγράφηκε τόσο από τις μικρομεσαίες όσο και από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Την ίδια ώρα, καθαρό ποσοστό 31% των επιχειρήσεων, από 37% το προηγούμενο τρίμηνο, ανέφερε αυξήσεις σε άλλα χρηματοδοτικά κόστη, όπως επιβαρύνσεις, τέλη και προμήθειες.
Οι απαιτήσεις για εξασφαλίσεις αυξήθηκαν επίσης, με καθαρό ποσοστό 10%, μειωμένο από 14% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι επιχειρήσεις ανέφεραν μικρή αύξηση των χρηματοδοτικών αναγκών για τραπεζικά δάνεια. Το καθαρό ποσοστό διαμορφώθηκε στο 2%, από 0% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητη, με καθαρό ποσοστό -1%, έναντι -3% το προηγούμενο τρίμηνο.
Ωστόσο, η ΕΚΤ σημειώνει ότι υπήρξαν διαφοροποιήσεις μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η διαθεσιμότητα δανείων αυξήθηκε για τις μεγάλες επιχειρήσεις, με καθαρό ποσοστό 4%, ενώ μειώθηκε για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με καθαρό ποσοστό -4%.
Ως αποτέλεσμα, το χρηματοδοτικό κενό τραπεζικών δανείων, δηλαδή ο δείκτης που αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ ανάγκης για τραπεζικά δάνεια και διαθεσιμότητάς τους, παρέμεινε θετικό και αυξήθηκε ελαφρώς στο 3%, από 2% το προηγούμενο τρίμηνο.
Κοιτάζοντας προς το επόμενο διάστημα, σημειώνει η ΕΚΤ, λιγότερες επιχειρήσεις σε σχέση με προηγουμένως αναμένουν επιδείνωση της διαθεσιμότητας εξωτερικής χρηματοδότησης.
Παράλληλα επισημαίνεται ότι οι επιχειρήσεις συνέχισαν να θεωρούν τις γενικές οικονομικές προοπτικές ως τον κύριο παράγοντα που περιορίζει τη διαθεσιμότητα εξωτερικής χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που υπέδειξαν τις γενικές οικονομικές προοπτικές ως περιοριστικό παράγοντα ανήλθε στο 29%, έναντι 26% στον προηγούμενο γύρο της έρευνας.
Την ίδια ώρα, οι επιχειρήσεις ανέφεραν περαιτέρω βελτίωση στην προθυμία των τραπεζών να χορηγούν δάνεια, με καθαρό ποσοστό 6%, από 5%.
Καθαρό ποσοστό 10% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι ανέμενε οι προοπτικές της ίδιας της επιχείρησής τους, ως προς τις πωλήσεις και τα κέρδη, να έχουν πιο αρνητικό αντίκτυπο στη διαθεσιμότητα εξωτερικής χρηματοδότησης. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 8% στον προηγούμενο γύρο.
Κατά μέσο όρο, οι επιχειρήσεις ανέμεναν πιο συγκρατημένες αυξήσεις στις τιμές πώλησης, στο κόστος εισροών εκτός εργασίας και στους μισθούς τους επόμενους 12 μήνες.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι επιχειρήσεις ανέμεναν αύξηση των τιμών πώλησης κατά 3,2%, από 3,5% στον προηγούμενο γύρο.
Το κόστος εισροών εκτός εργασίας, περιλαμβανομένης της ενέργειας, προβλεπόταν να αυξηθεί κατά 5,2%, από 5,8%.
Οι μισθολογικές προσδοκίες υποχώρησαν επίσης, με τις επιχειρήσεις να αναμένουν αύξηση κατά 2,5%, από 2,8% το προηγούμενο τρίμηνο.
Σταθερές οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για τον πληθωρισμό παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες.
Η διάμεση προσδοκία για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα ενός έτους και τριών ετών διαμορφώθηκε στο 3,0%, αμετάβλητη σε σχέση με τον προηγούμενο γύρο.
Η διάμεση προσδοκία για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα πέντε ετών αυξήθηκε ελαφρώς στο 3,1%, από 3,0% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η ΕΚΤ αναφέρει ότι η αξιολόγηση κινδύνου για τις προοπτικές πληθωρισμού σε ορίζοντα πέντε ετών παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητη, με το 65% των επιχειρήσεων να αναφέρει επικρατούντες ανοδικούς κινδύνους.
Γεωπολιτικές εντάσεις και επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη
Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει δημιουργήσει σημαντικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ, σύμφωνα με την ΕΚΤ.
Σε απάντηση σε ειδικές ερωτήσεις, οι επιχειρήσεις ανέφεραν ως βασικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση γεωπολιτικών εντάσεων την αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών, με 36% για εισροές και υλικά και 29% για ενέργεια, καθώς και τις επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση, με 31%.
Επιπλέον, το 21% ανέφερε αύξηση αποθεμάτων ή δημιουργία αποθεμάτων ασφαλείας, ενώ το 15% ανέφερε αναθεώρηση ρυθμίσεων ασφάλισης ή εμπορικής χρηματοδότησης. Μόνο το 8% ανέφερε μείωση ή αναστολή δραστηριότητας σε επηρεαζόμενες εξαγωγικές αγορές.
Η ΕΚΤ σημειώνει ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να έχουν υιοθετήσει στρατηγικές αντιμετώπισης, ενώ οι μικρομεσαίες είναι λιγότερο πιθανό να έχουν εφαρμόσει ή σχεδιάσει τέτοια μέτρα.
Για επενδύσεις σε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης τους επόμενους 12 μήνες, οι επιχειρήσεις αναμένουν να χρησιμοποιήσουν κυρίως εσωτερικά κεφάλαια, σε ποσοστό 72%.
Εξωτερικές πηγές, όπως τραπεζικά δάνεια, επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτική μίσθωση, αντιστοιχούν η καθεμία περίπου στο 16%. Τα ίδια κεφάλαια και το επιχειρηματικό κεφάλαιο, με 6%, καθώς και οι χρεωστικοί τίτλοι, με 1%, αναμένεται να χρησιμοποιηθούν λιγότερο.
Διαβάστε επίσης: ΕΚΚ: Χαιρετίζει έκθεση για ενισχυμένη εποπτεία σε διασυνοριακές δραστηριότητες
Πηγή: ΚΥΠΕ