newsare.net
Το Εφετείο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης εννέα μηνών που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε γυναίκα, η οποία κρίθηκε ένΛευκωσία: Διέρρευσε γυμνό βίντεο αντίζηλης της – Είχαν σχέση με τον ίδιο άντρα
Το Εφετείο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης εννέα μηνών που είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε γυναίκα, η οποία κρίθηκε ένοχη, κατόπιν παραδοχής, για διάδοση υλικού πορνογραφικού ή σεξουαλικού περιεχομένου, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεσή της τόσο ως προς το ύψος της ποινής όσο και ως προς την άρνηση του πρωτόδικου δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεσή της. Η υπόθεση αφορά τη διάδοση από την καταδικασθείσα φωτογραφιών και βίντεο με προσωπικό και σεξουαλικό περιεχόμενο που απεικόνιζαν την παραπονούμενη. Σύμφωνα με τα ευρήματα του δικαστηρίου, το υλικό στάλθηκε τόσο στην ίδια την παραπονούμενη όσο και σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο η κατηγορούμενη δεν αποκάλυψε ποτέ. Στο επίμαχο υλικό περιλαμβάνονταν φωτογραφίες στις οποίες η παραπονούμενη εμφανιζόταν γυμνή ή με εσώρουχα, καθώς και δύο βίντεο που κατέγραφαν προσωπικές στιγμές σεξουαλικού περιεχομένου. Με την έφεσή της, η γυναίκα υποστήριξε ότι η ποινή των εννέα μηνών ήταν υπερβολική, ιδιαίτερα όταν, όπως ισχυρίστηκε, δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες. Το Εφετείο υπενθύμισε, ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο αδίκημα επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 14 ετών και επανέλαβε τη νομολογία σύμφωνα με την οποία παρεμβαίνει μόνο όταν διαπιστώνεται σφάλμα αρχής ή όταν η επιβληθείσα ποινή είναι προδήλως υπερβολική ή προδήλως ανεπαρκής. Στην προκειμένη περίπτωση έκρινε ότι καμία από τις δύο προϋποθέσεις δεν συνέτρεχε. Το δικαστήριο απέρριψε έναν προς έναν τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας. Έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ήδη συνεκτιμήσει τόσο την καθυστέρηση της διαδικασίας όσο και τη διακοπή της ποινικής δίωξης του πρώτου κατηγορουμένου, χωρίς όμως τα στοιχεία αυτά να μπορούν να αναιρέσουν τη σοβαρότητα του αδικήματος ούτε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Παράλληλα, το Εφετείο απέρριψε και το επιχείρημα ότι θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός πως η κατηγορούμενη δεν δημιούργησε η ίδια το επίμαχο υλικό αλλά το είχε λάβει από άλλο πρόσωπο, κρίνοντας ότι η προέλευση του υλικού δεν αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα όταν η ίδια αποφάσισε να το διαδώσει. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον ισχυρισμό ότι η πράξη τελέστηκε ύστερα από πρόκληση και σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης, καθώς οι δύο γυναίκες διατηρούσαν σχέση με το ίδιο πρόσωπο. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η παραπονούμενη είχε προηγουμένως διαδώσει προσωπικές φωτογραφίες της κατηγορούμενης, γεγονός που προκάλεσε την αντίδρασή της. Το Εφετείο, ωστόσο, απέρριψε κατηγορηματικά αυτή τη θέση, επισημαίνοντας ότι τέτοιου είδους προσωπικές διαφορές ή περιστατικά αντιζηλίας δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως δικαιολογία ή ως παράγοντας μείωσης της ποινικής ευθύνης για ένα τόσο σοβαρό αδίκημα. Μάλιστα, παρέπεμψε σε πρόσφατη νομολογία, υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι οποιαδήποτε συμπεριφορά του θύματος ικανή να συνιστά νομικά αναγνωρισμένη πρόκληση. Στην απόφασή του, το Εφετείο χαρακτηρίζει ιδιαίτερα σοβαρή τη διάδοση προσωπικού σεξουαλικού υλικού χωρίς συναίνεση, τονίζοντας ότι πρόκειται για αδίκημα βίας κατά γυναίκας, όπως αυτό προβλέπεται από τον σχετικό νόμο. Υιοθετώντας πλήρως την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου, σημειώνει ότι τέτοιες πράξεις πλήττουν ευθέως την αξιοπρέπεια, τον ψυχισμό και την ψυχολογική ακεραιότητα του θύματος, αφού προσωπικές στιγμές που αναμένονταν να παραμείνουν ιδιωτικές κοινοποιούνται σε τρίτους. Επιπλέον, επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη μορφή αδικήματος παρουσιάζει ανησυχητική αύξηση τα τελευταία χρόνια, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Το δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη το «ποιόν» της παραπονούμενης, επισημαίνοντας πως όλοι οι πολίτες απολαμβάνουν ίσης προστασίας και ίσης μεταχείρισης ενώπιον του νόμου και ότι τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί να επηρεάσει την επιμέτρηση της ποινής. Αντίστοιχα, έκρινε ότι η ηλικία της εφεσείουσας και οι υπόλοιπες προσωπικές περιστάσεις της είχαν ήδη αξιολογηθεί επαρκώς από το πρωτόδικο δικαστήριο. Σε ένα ακόμη σημαντικό σημείο της απόφασης, το Εφετείο υπογραμμίζει ότι η διάδοση προσωπικού σεξουαλικού υλικού χωρίς συναίνεση συνιστά και σοβαρή παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Επικαλούμενο προηγούμενη νομολογία, αναφέρει ότι όταν πλήττεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα δικαστήρια οφείλουν να επιβάλλουν παραδειγματικές ποινές, ακόμη και ιδιαίτερα αυστηρές, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το Εφετείο απέρριψε και τον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο ζητείτο η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της καταδικασθείσας όσο και τη σοβαρότητα του αδικήματος. Σύμφωνα με την απόφαση, η αναστολή της ποινής θα έστελνε λανθασμένο μήνυμα τόσο προς την ίδια όσο και προς άλλους επίδοξους δράστες για τις συνέπειες τέτοιων πράξεων και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινικής καταστολής και της γενικής πρόληψης. Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση, απορρίπτοντας όλους τους λόγους έφεσης και επικυρώνοντας την ποινή φυλάκισης των εννέα μηνών που επιβλήθηκε στην καταδικασθείσα. Διαβάστε επίσης: «Πολίτης έκανε ταυτοποίηση σε 1 ώρα και η Αστυνομία 2 μήνες δεν κατάφερε» Read more











