Μετά το φιάσκο της BYD, το Πεκίνο αυξάνει την επιρροή του στην Τουρκία
Η Κίνα έχει ενισχύσει σημαντικά τις δραστηριότητες δημόσιας διπλωματίας και επικοινωνιακής προβολής στην Τουρκία μετά την αναστολή της επένδυσης της κινεζικής αυτοκινητοβιομηχανίας BYD, σύμφωνα με δημοσίευμα του Middle East Eye.
Όπως αναφέρεται, η απόφαση της BYD να «παγώσει» τα σχέδια για εργοστάσιο στην Τουρκία, δίνοντας προτεραιότητα στην παραγωγή στην Ευρώπη, προκάλεσε πολιτική αμηχανία στην Άγκυρα. Η τουρκική κυβέρνηση είχε προηγουμένως παραχωρήσει σημαντικά φορολογικά κίνητρα για την προώθηση των οχημάτων της εταιρείας, προσβλέποντας στην υλοποίηση της επένδυσης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, μετά την εξέλιξη αυτή το Πεκίνο φέρεται να ενίσχυσε τις προσπάθειες βελτίωσης της εικόνας του στην Τουρκία, μέσω δημοσιεύσεων σε φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, προώθησης του έργου του Κινέζου Προέδρου Σι Τζινπίνγκ και εντατικοποίησης των επαφών με δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς και πολιτικά κόμματα.
Ο ακαδημαϊκός Νουρετίν Ακτσάι, ειδικός σε θέματα Κίνας, υποστηρίζει ότι η δημόσια διπλωματία του Πεκίνου δεν είναι νέα, αλλά έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση μετά την κρίση της BYD. Όπως αναφέρει, η Κίνα επιδιώκει αυτό που χαρακτηρίζει ως «elite engagement», προσκαλώντας πρόσωπα με επιρροή στη χώρα για οργανωμένες επισκέψεις.
Στο πλαίσιο αυτό, κρατικά χρηματοδοτούμενο κινεζικό ίδρυμα διοργάνωσε πρόσφατα οκταήμερη επίσκεψη Τούρκων δημοσιογράφων στην αυτόνομη περιοχή Σιντζιάνγκ, όπου ζει η μουσουλμανική μειονότητα των Ουιγούρων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, τα περισσότερα ρεπορτάζ που ακολούθησαν επικεντρώθηκαν στην οικονομική ανάπτυξη, τον τουρισμό και τις προσπάθειες ένταξης της περιοχής, χωρίς να αναφερθούν στις καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το Middle East Eye επισημαίνει επίσης ότι η Κίνα επιχειρεί να αναπτύξει σχέσεις και με κόμματα της τουρκικής αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων το Νέο Κόμμα Ευημερίας του Φατίχ Ερμπακάν και το εθνικιστικό Κόμμα Νίκης, εκτιμώντας ότι το ζήτημα των Ουιγούρων εξακολουθεί να επηρεάζει την τουρκική κοινή γνώμη.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στην έκθεση του Human Rights Watch για το 2026, σύμφωνα με την οποία οι κινεζικές αρχές συνεχίζουν την πολιτική καταστολής και εξαναγκαστικής αφομοίωσης των Ουιγούρων και των Θιβετιανών, ενώ «δεν έχει υπάρξει λογοδοσία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Σιντζιάνγκ». Το Πεκίνο απορρίπτει διαχρονικά τις σχετικές κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές του αποσκοπούν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του εξτρεμισμού και της φτώχειας.
Σύμφωνα με τον Ακτσάι, η κινεζική στρατηγική δεν αποσκοπεί απαραίτητα στην πλήρη αλλαγή της εικόνας της Κίνας στην Τουρκία, αλλά στον περιορισμό της ανάπτυξης ενός ευρύτερου αντικινεζικού κινήματος, ιδιαίτερα γύρω από το ζήτημα των Ουιγούρων.