Κερύνεια 1974: Τούρκοι παίρνουν ανήλικους – Οι κυανόκρανοι παρακολουθούν (VID)
Ένα σημαντικό δημοσιογραφικό τεκμήριο από τα αρχεία της σουηδικής Dagens Nyheter εντόπισε το ιστολόγιο Υπερβόρειοι, όπου αποτυπώνει την κατάσταση στην Κερύνεια τις πρώτες εβδομάδες μετά την τουρκική εισβολή. Στο ρεπορτάζ της 7ης Αυγούστου 1974, η απεσταλμένη της εφημερίδας Birgitta Edlund περιγράφει από το Μπέλαπαϊς συλλήψεις και απομάκρυνση Ελληνοκύπριων ανδρών, μαρτυρίες οικογενειών που αναζητούν τους δικούς τους, αλλά και την περιορισμένη δυνατότητα παρέμβασης των στρατιωτών του ΟΗΕ.
Επιστροφή στο Μπέλαπαϊς, αλλά χωρίς τους άνδρες
Περίπου 800 γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι είχαν καταφέρει να επιστρέψουν στο Μπέλαπαϊς, το χωριό της Κερύνειας που έγινε διεθνώς γνωστό μέσα από τα Πικρολέμονα του Lawrence Durrell.
Η εικόνα που καταγράφει η Σουηδή δημοσιογράφος απέχει, ωστόσο, πολύ από την προπολεμική γαλήνη του χωριού. Τουρκικά πολεμικά πλοία διακρίνονται στον κόλπο της Κερύνειας, Τούρκοι στρατιώτες ελέγχουν τους δρόμους και οι περισσότεροι κάτοικοι παραμένουν μέσα στα σπίτια τους.
Στο μοναστήρι βρίσκονται εννέα στρατιώτες του ΟΗΕ, με αποστολή να παρακολουθούν τις εξελίξεις. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, όταν οι άνδρες του χωριού οδηγήθηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων με δεμένα μάτια, ακόμη και οι κυανόκρανοι απομακρύνθηκαν υπό την απειλή όπλων.
Από τους 220 άνδρες που είχαν απομακρυνθεί, μόλις 96 ηλικιωμένοι και ασθενείς είχαν επιτραπεί να επιστρέψουν μέχρι εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Η μητέρα που αναζητούσε τα παιδιά της
Μία από τις ισχυρότερες μαρτυρίες του δημοσιεύματος αφορά μια γυναίκα που συναντά η Edlund σε σπίτι του χωριού.
Βλέποντας τη δημοσιογράφο και θεωρώντας ότι πρόκειται για νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού, ξεσπά σε κλάματα και ζητά βοήθεια. Όπως λέει, οι Τούρκοι είχαν πάρει τους δύο μοναδικούς γιους της, ηλικίας μόλις 10 και 17 ετών.
Η γυναίκα ζητά απεγνωσμένα να μάθει πού βρίσκονται τα παιδιά της. Μπροστά στη σκηνή βρίσκεται ο Τούρκος ταγματάρχης αλεξιπτωτιστών Imer Kühn, διοικητής της περιοχής του Μπέλαπαϊς, ο οποίος εμφανίζεται αμήχανος και της υπόσχεται ότι οι γιοι της θα επιστρέψουν την επόμενη ημέρα.
Η παρουσία του αξιωματικού γίνεται γρήγορα γνωστή και, σύμφωνα με την Edlund, Ελληνοκύπριοι συγκεντρώνονται γύρω του ζητώντας πληροφορίες και την απελευθέρωση γιων, συζύγων και αδελφών τους.
Ένας ηλικιωμένος επιμένει ότι οι γιοι του δεν ήταν ούτε στρατιώτες ούτε μέλη της ΕΟΚΑ. Η απάντηση του Τούρκου ταγματάρχη παραμένει η ίδια: «Αύριο».
Περιορισμένη η κίνηση των κυανόκρανων
Η Dagens Nyheter καταγράφει παράλληλα τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ειρηνευτική δύναμη. Τα στρατεύματα του ΟΗΕ δεν μπορούσαν να κινηθούν ελεύθερα στις παράκτιες περιοχές και στην οροσειρά που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού.
Στα τουρκικά οδοφράγματα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Edlund, ακόμη και οχήματα του ΟΗΕ και του Ερυθρού Σταυρού υποβάλλονταν σε ελέγχους υπό την απειλή όπλων.
Η αδυναμία ουσιαστικής παρέμβασης των κυανόκρανων είχε ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Ιδιαίτερη οργή είχε προκαλέσει η απομάκρυνση ανδρών τόσο από το Μπέλαπαϊς όσο και από το Dome Hotel της Κερύνειας.
396 Ελληνοκύπριοι στο Dome
Στο Dome Hotel, το οποίο χρησιμοποιείτο ως αρχηγείο του ΟΗΕ στην περιοχή, παρέμεναν 396 Ελληνοκύπριοι από την Κερύνεια και τα γύρω χωριά. Αρνούνταν να φύγουν, φοβούμενοι τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.
Ο ταγματάρχης Peter Gill εξηγούσε στη Σουηδή δημοσιογράφο ότι ακολουθούσε την εντολή του ΟΗΕ να μην προβάλει αντίσταση στις στρατιωτικές Αρχές. Δήλωνε, ωστόσο, ότι εάν επιχειρούσαν να του πάρουν γυναίκες και παιδιά, τότε θα αντιστεκόταν, χωρίς να εξηγεί τι ακριβώς θα σήμαινε αυτό στην πράξη.
Η Edlund περιγράφει το λόμπι του ξενοδοχείου γεμάτο από εξαντλημένους ανθρώπους, οι οποίοι περίμεναν μέσα στη σιωπή να τελειώσει ο εφιάλτης.
Μέσα σε αυτή την εικόνα καταγράφει και μια διαφορετική πτυχή: Τουρκοκύπριοι γείτονες και φίλοι επισκέπτονταν καθημερινά το ξενοδοχείο και ρωτούσαν τους εγκλωβισμένους Ελληνοκύπριους πώς μπορούσαν να τους βοηθήσουν.
«Παλαιότερα ζούσαμε ειρηνικά»
Οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο Dome απέδιδαν μεγάλο μέρος της ευθύνης για την καταστροφή στην ΕΟΚΑ Β΄ και τον Νίκο Σαμψών.
Η Julia Mearides, της οποίας ο γιος είχε απομακρυνθεί από τους Τούρκους και η τύχη του παρέμενε άγνωστη, θυμόταν ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι ζούσαν προηγουμένως ειρηνικά.
Η θέση της ήταν χαρακτηριστική της απόγνωσης που καταγράφει το ρεπορτάζ: να φύγει η ΕΟΚΑ Β΄ για την Ελλάδα και ο τουρκικός στρατός για την Τουρκία, ώστε η Κύπρος να μπορέσει να γίνει ξανά ένας τόπος όπου οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί.
Η Edlund κλείνει το οδοιπορικό της επιστρέφοντας στον Lawrence Durrell και στην περιγραφή των Κυπρίων ως ανθρώπων που αισθάνονταν όμηροι στην ίδια τους τη χώρα.
Δεκαετίες αργότερα, το δημοσίευμα της 7ης Αυγούστου 1974 παραμένει ένα πρωτογενές δημοσιογραφικό τεκμήριο μιας περιόδου κατά την οποία οικογένειες στην Κερύνεια αναζητούσαν τους ανθρώπους τους, ανήλικοι περιλαμβάνονταν μεταξύ όσων απομακρύνονταν και οι κυανόκρανοι βρίσκονταν εκεί, αλλά με εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης.