Στον Τύπο του 1954: ίσως οι πρώτες κοσμικές στήλες της Κύπρου
Οι λεζάντες μιλούν από μόνες τους: «Δεξίωσις εις το Κυβερνείον», «Τιμητικαί Διακρίσεις», «Ο κ. Γ. Ευσταθίου, δεξιά, Μουχτάρης Στρουμπιού, με την σύζυγον και τον πάππον του», «Η δ. Μουαλλά Σιτκή, τηλεφωνήτρια της Κέιμπλ εντ Γουάιρλες, και η δ. Σερβίν Σαλήχ, Βοηθός Νοσοκόμος». Μέσα από αυτές τις μικρές φράσεις, ο Τύπος δεν καταγράφει μόνο ένα γεγονός. Καταγράφει πρόσωπα, θέσεις, σχέσεις, κοινωνικούς ρόλους και δημόσιο κύρος.
Η Κύπρος του 1954 βρισκόταν ακόμη υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση. Το Κυβερνείο, οι επίσημες δεξιώσεις, τα μετάλλια, οι τίτλοι και οι κοινοτικοί αξιωματούχοι αποτελούσαν μέρος ενός ορατού συστήματος κοινωνικής ιεραρχίας. Η φωτογραφία, όμως, προσέθετε κάτι νέο. Έκανε την κοινωνική θέση εικόνα. Έβαζε το πρόσωπο μέσα στη δημόσια μνήμη. Ο μουχτάρης, ο διοικητικός βοηθός, ο σταθμάρχης, η νοσοκόμα, η τηλεφωνήτρια, η σύζυγος ενός τιμώμενου προσώπου, δεν ήταν πλέον μόνο μέλη μιας τοπικής κοινότητας. Γίνονταν δημοσιευμένες μορφές.
Εδώ αρχίζει να φαίνεται η βαθύτερη λειτουργία της κοσμικής στήλης. Η κοσμική στήλη δεν είναι ποτέ απλώς μια αθώα συλλογή φωτογραφιών. Είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής αναγνώρισης. Δεν λέει μόνο ποιος παρευρέθηκε. Υποδεικνύει ποιος αξίζει να φανεί. Δεν καταγράφει μόνο την παρουσία. Δημιουργεί κύρος γύρω από την παρουσία. Η εικόνα και η λεζάντα γίνονται ένα είδος κοινωνικού πιστοποιητικού.
Από τέτοιες σελίδες γεννιούνται σταδιακά τα λεγόμενα socialites ή, στα ελληνικά, τα κοσμικά πρόσωπα της κοινωνικής αναγνωρισιμότητας. Δεν είναι απαραίτητα πρόσωπα με θεσμική εξουσία. Δεν είναι πάντοτε πολιτικοί, επιχειρηματίες ή αξιωματούχοι. Είναι άνθρωποι που εμφανίζονται στους σωστούς χώρους, με τους σωστούς ανθρώπους, στις σωστές περιστάσεις. Η αξία τους δεν προκύπτει μόνο από το τι κάνουν, αλλά και από το πού φαίνονται, με ποιους συνδέονται και πώς παρουσιάζονται.
Στην περίπτωση της Κύπρου του 1954, αυτή η διαδικασία έχει και μια ιδιαίτερη ιστορική διάσταση. Οι φωτογραφίες παρουσιάζουν μια κοινωνία ακόμη μεικτή, πριν από τις μεγάλες ρήξεις που θα ακολουθήσουν. Βλέπουμε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, κοινοτικούς παράγοντες, πρόσωπα της διοίκησης, ανθρώπους της υπαίθρου και των πόλεων. Η κοινωνική ζωή εμφανίζεται μέσα από ένα πλέγμα αποικιακής εξουσίας, τοπικής αναγνώρισης και κοινοτικής αξιοπρέπειας.
Οι άνθρωποι φωτογραφίζονται με σοβαρότητα. Φορούν τα καλά τους. Πολλοί φέρουν μετάλλια. Άλλοι στέκονται δίπλα στις συζύγους ή στα παιδιά τους. Η δημόσια εικόνα δεν είναι αυθόρμητη. Είναι σκηνοθετημένη με τον τρόπο της εποχής. Στάση σώματος, ένδυση, λεζάντα, τίτλος, ιδιότητα, όλα συνθέτουν μια μορφή κοινωνικής ταυτότητας. Ο Τύπος δεν μεταφέρει μόνο την πραγματικότητα. Τη μορφοποιεί.
Από τότε μέχρι σήμερα, το μέσο άλλαξε, αλλά η λογική παραμένει εντυπωσιακά ίδια. Οι παλιές κοσμικές στήλες των εφημερίδων έγιναν αργότερα περιοδικά lifestyle, τηλεοπτικά ένθετα, φωτογραφικά ρεπορτάζ από φιλανθρωπικά gala, εγκαίνια, γάμους, βαπτίσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις, επιχειρηματικά δείπνα και δεξιώσεις. Σήμερα, η ίδια λειτουργία έχει μεταφερθεί στα κοινωνικά δίκτυα.
Εκεί όπου παλαιότερα ο συντάκτης ή ο φωτογράφος αποφάσιζε ποιος θα μπει στη σελίδα, σήμερα ο καθένας μπορεί να ανεβάσει τη δική του εικόνα. Όμως η ουσία δεν έχει αλλάξει. Το παλιό «ήτο παρών εις την δεξίωσιν» έγινε σήμερα «ήμουν εκεί». Το όνομα κάτω από τη φωτογραφία έγινε tag. Η κοσμική στήλη έγινε Instagram. Το κοινωνικό κύρος δεν μετριέται πλέον μόνο με τη θέση στην εφημερίδα, αλλά με τα likes, τους followers, τις αναδημοσιεύσεις, τις φωτογραφίες με ισχυρούς ανθρώπους, την πρόσβαση σε κλειστές εκδηλώσεις και τη συνεχή προβολή μιας επιμελημένης ζωής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κοσμικές στήλες είναι ασήμαντες ή επιφανειακές. Αντιθέτως, αποτελούν πολύτιμα τεκμήρια κοινωνικής ιστορίας. Μας δείχνουν ποιοι θεωρούνταν σημαντικοί σε μια συγκεκριμένη εποχή. Μας δείχνουν πώς παρουσιαζόταν η εξουσία. Ποιοι είχαν πρόσβαση σε αυτήν. Ποιες γυναίκες εμφανίζονταν δημοσίως και με ποια ιδιότητα. Πώς καταγράφονταν οι τοπικές ελίτ. Πώς η κοινωνία ήθελε να βλέπει τον εαυτό της.
Σήμερα, κοιτάζοντας αυτές τις φωτογραφίες του 1954, δεν βλέπουμε απλώς πρόσωπα του παρελθόντος. Βλέπουμε την αρχή μιας κουλτούρας δημόσιας κοινωνικής προβολής. Βλέπουμε μια Κύπρο που, λίγο πριν από τις μεγάλες πολιτικές αναταράξεις, ποζάρει ακόμη με τάξη, επισημότητα και προσδοκία. Βλέπουμε μια κοινωνία που μαθαίνει να αναγνωρίζει τους ανθρώπους της μέσα από την τυπωμένη εικόνα.
Όπως παρατηρεί η Γαλλίδα φιλόσοφος και ψυχαναλύτρια Elsa Godart, σε συνέντευξή της στο Madame Figaro με τον δημοσιογράφο και σκηνοθέτη μόδας Loïc Prigent, «Être, c’est être liké. La reconnaissance passe par l’image. Exister, c’est être vu», δηλαδή: «Το να υπάρχεις σημαίνει να παίρνεις likes. Η αναγνώριση περνά μέσα από την εικόνα. Το να υπάρχεις σημαίνει να σε βλέπουν.»
Από τις φωτογραφίες της «Κυπριακής Επιθεωρήσεως» του 1954 μέχρι τις σημερινές αναρτήσεις στο Instagram, η απόσταση είναι τεχνολογικά τεράστια, αλλά κοινωνικά μικρότερη απ’ όσο νομίζουμε. Τότε η αναγνώριση περνούσε μέσα από το χαρτί, τη λεζάντα και τη θέση στη σελίδα. Σήμερα περνά μέσα από την οθόνη, το tag και το like. Η ανάγκη όμως παραμένει η ίδια: να φανεί κανείς, να αναγνωριστεί, να ανήκει.
Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης
Ιστοριοδίφης της Συλλογικής Μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου