Γερμανίδα σφετερίστρια: Υπήρξε πλαστογραφία εγγράφου ισχυρίζεται η υπεράσπιση
Την πλαστογράφηση μέρους του έγγραφου συγκατάθεσης για έρευνα στις αποσκευές της ισχυρίζεται ο δικηγόρος της Γερμανίδας κτηματομεσίτριας, που κατηγορείται για σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα, αποδίδοντας στην αστυνομία σκοπιμότητα να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη γνωρίζει αγγλικά.
Στη δεύτερη μέρα της δίκης εντός δίκης για την υπόθεση, την οποία ζήτησε ο δικηγόρος υπεράσπισης, Σωτήρης Αργυρού, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της διαδικασίας σύλληψης, έρευνας και εξέτασης των ηλεκτρονικών συσκευών που κατασχέθηκαν χωρίς ένταλμα, ο δικηγόρος προέβαλε τις θέσεις ότι η πελάτις του δεν γνώριζε ικανοποιητικά αγγλικά, δεν κλήθηκε εγκαίρως διερμηνέας και δεν της επιτράπηκε να προβεί σε τηλεφώνημα. Επιπλέον, αμφισβήτησε ότι έγραψε η πελάτις του μία συγκεκριμένη φράση στα αγγλικά στο έγγραφο συγκατάθεσης για έρευνα στις βαλίτσες της, όπως ακούστηκε από σχετική μαρτυρία και ζήτησε το έγγραφο να εξεταστεί από εμπειρογνώμονα γραφολόγο.
Η διαδικασία άρχισε με την Κατηγορούσα Αρχή να εξετάζει τη δεύτερη μάρτυρα κατηγορίας στη δίκη εντός δίκης, την αστυφύλακα που είχε μεταβεί στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 7 Ιουλίου 2024 για να παραλάβει την κατηγορούμενη και να τη μεταφέρει σε αστυνομικό σταθμό, προκειμένου να παραμείνει υπό κράτηση και να προσέλθει ενώπιον δικαστηρίου την επόμενη μέρα.
Η αστυφύλακας, που εργάζεται στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος, στο ΤΑΕ, είπε ότι παρέλαβε στις 17:15 στις 7 Ιουλίου στο αεροδρόμιο Λάρνακας από άλλο αστυφύλακα τη συλληφθείσα και αντικείμενα που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και περιλάμβαναν τρία κινητά τηλέφωνα, έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο, ένα τάμπλετ, έναν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, μια τσάντα προσωπικού ηλεκτρονικού υπολογιστή και ένα άσπρο file.
Επιπλέον, είπε ότι μεταξύ 17:20 και 17:55 στο αεροδρόμιο ερεύνησε, με άλλους αστυφύλακες, την προσωπική περιουσία που είχε στην κατοχή της η κατηγορούμενη. Όπως είπε, αφού ρωτήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, Άννα Ματθαίου, εξήγησε στην κατηγορούμενη ποιοι είναι, πού υπηρετούν, τον λόγο που ήταν εκεί και τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί, στα αγγλικά. Σημείωσε ότι ήταν συνεργάσιμη και μίλησαν στα αγγλικά, επιβεβαιώνοντας ότι αντιλαμβανόταν τη γλώσσα.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη γραπτή συγκατάθεση που λήφθηκε από την κατηγορούμενη που αφορούσε έλεγχο στις ταξιδιωτικές της βαλίτσες. Όπως είπε η μάρτυρας, η κατηγορούμενη έγραψε ιδιοχείρως το όνομα της, τη λέξη Germany, τον αριθμό διαβατηρίου της, την ημερομηνία και τη φράση «my travel luggages» και σε παρένθεση μια γερμανική φράση, που στη συνέχεια πληροφορήθηκε από διερμηνέα ότι είναι η απόδοση της φράσης «my travel luggages» στα γερμανικά. Το έγγραφο φέρει επίσης την υπογραφή και το όνομα της κατηγορούμενης ολογράφως.
Αναφερόμενη στη διαδικασία που ακολουθήθηκε, η αστυφύλακας είπε ότι επεξηγήθηκε στην κατηγορούμενη η διαδικασία με τη βοήθεια διερμηνέα μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας. Η διερμηνέας μετέφραζε από τα ελληνικά στα γερμανικά και αντίστροφα.
Σε ερώτηση της κ. Ματθαίου γιατί ζήτησαν τη βοήθεια διερμηνέα αφού η συλληφθείσα κατανοούσε αγγλικά, η αστυφύλακας απάντησε ότι κρίθηκε ορθότερο, καθώς θα υπέγραφε έγγραφο για έρευνα, να της μεταφραστεί στη μητρική της γλώσσα, παρόλο που η ίδια αντιλαμβανόταν τα αγγλικά.
Απαντώντας σε ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, είπε ότι η κατηγορούμενη, μέσω της διερμηνέα, απάντησε θετικά στον έλεγχο στις βαλίτσες της και υπέγραψε το έγγραφο συγκατάθεσης. Της εξηγήθηκε ότι, αν δεν επιθυμούσε να δώσει τη συγκατάθεσή της, μπορούσε να το πει. Το έγγραφο, το οποίο ήταν στα αγγλικά, μεταφράστηκε από την αστυφύλακα στα ελληνικά για τη διερμηνέα, η οποία το μετέφρασε στη συνέχεια στα γερμανικά για την κατηγορούμενη και προειδοποιήθηκε ότι αν εντοπιστεί οτιδήποτε σχετικό με τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ή για διάπραξη άλλου αδικήματος θα κατασχεθεί και μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον της ως μαρτυρία. «Αφού αντιλήφθηκε το έγγραφο, το υπέγραψε, συμπληρώνοντας η ίδια τα στοιχεία της», είπε.
Στη συνέχεια η μάρτυρας κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων που λήφθηκαν κατά την έρευνα στα αντικείμενα που έφερε μαζί της η κατηγορούμενη, που μεταξύ άλλων περιλάμβαναν το διαβατήριο της, τραπεζικές κάρτες και σημειώσεις σε χαρτιά με το λογότυπο Kayim Development Group, καθώς και file στο οποίο βρίσκονταν φωτογραφίες και διαφημιστικά από ακίνητα.
Κατά την αντεξέταση της μάρτυρα, ο δικηγόρος υπεράσπισης δήλωσε ότι το έγγραφο συγκατάθεσης είναι πλαστογραφημένο και ότι η κατηγορούμενη δεν έχει εγγράψει ποτέ σε αυτό τη φράση «my travel luggages» αφού δεν γνωρίζει αγγλικά. «Αυτή την πρόταση την έγραψε κάποιος άλλος, για να αποδείξετε ότι η πελάτισσα γνώριζε αγγλικά», είπε και ζήτησε να εξεταστεί το έγγραφο από πραγματογνώμονα γραφολόγο και από την αστυνομία. Η μάρτυρας αρνήθηκε τον ισχυρισμό, λέγοντας ότι το έγγραφο συμπληρώθηκε από την κατηγορούμενη.
Ερωτηθείσα αν γνώριζε πριν φτάσει ότι η συλληφθείσα ήταν Γερμανίδα υπήκοος και αν έκανε κάποια ενέργεια για να ειδοποιήσει διερμηνέα, απάντησε ότι πιθανώς να ήξερε ότι ήταν Γερμανίδα και «βρήκαμε μεταφραστή όταν φτάσαμε στη Λάρνακα και είχαμε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του».
Ο κ. Αργυρού ρώτησε γιατί από την ώρα που αποκόπηκε η πελάτις του, μέχρι την ώρα που θα υπογραφόταν το έγγραφο συγκατάθεσης, μεταξύ των οποίων μεσολάβησαν 2-3 ώρες, δεν κλήθηκε διερμηνέας, με τη μάρτυρα να απαντά ότι «η γυναίκα υπό σύλληψη αντιλαμβανόταν πλήρως την αγγλική γλώσσα, επικοινωνούσε με τα μέλη της αστυνομίας και με εμένα στην αγγλική γλώσσα. Ο λόγος που επικοινωνήσαμε με διερμηνέα γερμανικής ήταν επειδή κρίθηκε ορθότερο κατά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου. Η κατηγορούμενη καθ’ όλο τον χρόνο που τη χειριστήκαμε μιλούσε αγγλικά και επικοινωνούσε μαζί μας στα αγγλικά».
Ο δικηγόρος στη συνέχεια ρώτησε αν τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείτο η πελάτις του της εξηγήθηκαν στα αγγλικά από τη μάρτυρα ή στα γερμανικά από τη διερμηνέα. Απάντησε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης στα αγγλικά, η συλληφθείσα γνώριζε από πριν για ποια αδικήματα είχε συλληφθεί. Επιπλέον, είπε ότι της μεταφράστηκαν και στην τηλεφωνική επικοινωνία με τη διερμηνέα στα γερμανικά.
Θέση του δικηγόρου ήταν ότι δεν μεταφράστηκαν στα γερμανικά τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνταν, καθώς αυτό δεν αναγράφηκε στην κατάθεση της αστυφύλακα. Η μάρτυρας απάντησε ότι τα αδικήματα καταγράφονταν στο έγγραφο συγκατάθεσης, το οποίο, όπως αναφέρει και στην κατάθεσή της, μεταφράστηκε από τη διερμηνέα.
Ωστόσο, ο δικηγόρος υπέδειξε ότι στο έγγραφο συγκατάθεσης δεν αναγράφονται τα αδικήματα αναλυτικά, αλλά μόνο η λέξη «conspiracy etc» (συνωμοσία κ.λπ.), με τη μάρτυρα να απαντά ότι οι κατηγορίες αφορούσαν συνωμοσία για διάφορα αδικήματα, καθώς και άλλα αδικήματα, γι’ αυτό γράφτηκε έτσι, αλλά της μεταφράστηκαν τα αδικήματα, όπως αναγράφονταν στο ένταλμα.
Σημειώνοντας ότι το τηλεφώνημα με τη διερμηνέα διήρκεσε λιγότερο από πέντε λεπτά, ο κ. Αργυρού εξέφρασε, επίσης, τη θέση ότι η διερμηνέας είπε στην κατηγορούμενη να υπογράψει τη συγκατάθεση για να μπορεί να αφεθεί να φύγει, με τη μάρτυρα να απαντά ότι «η κατηγορούμενη αντιλαμβανόταν, συμπλήρωσε το έγγραφο και δεν ήταν μεγάλης διάρκειας το τηλεφώνημα, γιατί η κατηγορούμενη αντιλαμβανόταν τόσο τα αγγλικά όσο και τα γερμανικά».
Στην ερώτηση γιατί δεν κλήθηκε η διερμηνέας να προσέλθει στο αεροδρόμιο, η μάρτυρας απάντησε επειδή η κατηγορούμενη μπορούσε να συνεννοηθεί πλήρως στα αγγλικά.
«Είναι η θέση μου ότι η κατηγορούμενη ζήτησε μεταφραστή, επανειλημμένως μάλιστα, αφού αρνείτο να υπογράψει οτιδήποτε και ειδικά τη συγκατάθεση, γιατί δεν το αντιλαμβανόταν και μετά από την άρνηση της να υπογράψει, τότε ειδοποιήσατε μεταφραστή», είπε ο κ. Αργυρού, με τη μάρτυρα να επαναλαμβάνει ότι «η κατηγορούμενη επικοινωνούσε μαζί μας στην αγγλική γλώσσα. Όπως είπα, ο λόγος που ζητήθηκαν οι υπηρεσίες διερμηνέα ήταν γιατί κρίθηκε ορθότερο να λάβουμε τη γραπτή συγκατάθεση με τις υπηρεσίες διερμηνέα γιατί θα υπογραφόταν έγγραφο».
Μετά από ολιγόλεπτη διακοπή, κλήθηκε να καταθέσει τρίτη μάρτυρας κατηγορίας για τη δίκη εντός δίκης, αστυφύλακας που υπηρετούσε τη μέρα της σύλληψης στο Κέντρο Ελέγχου Διαβατηρίων, και η οποία ήταν παρούσα στη σύλληψη και διενήργησε τον έλεγχο στα προσωπικά αντικείμενα της κατηγορούμενης.
Όπως είπε στην κατάθεσή της, γύρω στις 3μμ την 7η Ιουλίου 2024, στην παρουσία της, συνάδελφος της αστυφύλακας ενημέρωσε την κατηγορούμενη για το ένταλμα σύλληψης στα αγγλικά, αφού προηγουμένως είπε η ίδια ότι μιλά, διαβάζει και αντιλαμβάνεται αγγλικά. Ο συνάδελφος της επεξήγησε τους λόγους σύλληψης της κατηγορούμενης. Η μάρτυρας απαρίθμησε τα αδικήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η συνωμοσία για διάπραξη κακουργήματος, συνωμοσία για διάπραξη πλημμελήματος, συνωμοσία προς καταδολίευση, δόλιες συναλλαγές για περιουσία που ανήκει σε άλλο, παράνομη κατοχή, νομή και χρήση γης εγγεγραμμένης σε άλλο, καθώς και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Συνεχίζοντας, η μάρτυρας είπε ότι ο συνάδελφός της «της έδωσε τα δικαιώματά της στα γερμανικά, μετά από αίτημα της και αφού τα διάβασε στην παρουσία μου, υπέγραψε». Η ίδια, είπε, διενήργησε έρευνα στα προσωπικά αντικείμενα που είχε στην κατοχή της η κατηγορούμενη και εντόπισε διάφορα αντικείμενα (κινητό, υπολογιστής, σκληρός δίσκος) και αριθμό εγγράφων.
Απαντώντας σε ερώτηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής είπε ότι η ίδια μίλησε με την κατηγορούμενη πριν διεξάγει την έρευνα στα αντικείμενά της και η κατηγορούμενη τη ρώτησε για ποιο λόγο βρίσκεται εκεί. «Της εξήγησα με απλά αγγλικά, της είπα ‘you sell our grandmothers’ property in the occupied side» (πουλάς τις περιουσίες των γιαγιάδων μας στην κατεχόμενη πλευρά), σημειώνοντας ότι η κατηγορούμενη απάντησε «I didn’t know the situation» (Δεν γνώριζα την κατάσταση).
Σε ερώτηση αν η κατηγορούμενη παραπονέθηκε ότι δεν κατανοούσε, απάντησε ότι «μια χαρά αντιλαμβανόταν τα αγγλικά και αυτό φαινόταν από τις απαντήσεις που μας έδινε: ‘I didn’t know the situation, I am sorry about that’» (Δεν γνώριζα την κατάσταση, λυπάμαι για αυτό).
Η κατηγορούμενη ακούγοντας την παραπάνω δήλωση αναφώνησε «what!» (τι!).
Επιπλέον, η μάρτυρας, απαντώντας σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, επιβεβαίωσε ότι μετά που διάβασε τα δικαιώματα της, η κατηγορούμενη δεν ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο, ή διερμηνέα ή με την πρεσβεία της, ενώ μέχρι να γίνει η έρευνα είχε το κινητό της στην κατοχή της και δεν ζήτησε να τηλεφωνήσει σε κάποιον και να της αρνηθούν.
Ερωτηθείσα αν υπήρχε λόγος που δεν κλήθηκε διερμηνέας στον χώρο αεροδρομίου, είτε για σκοπούς σύλληψης της ή για σκοπούς έρευνας στη συνέχεια, είπε ότι ο πρώτος λόγος ήταν ότι «η επικοινωνία μας ήταν άψογη, μιλούσαμε αγγλικά και οι δύο πλευρές» και ο δεύτερος λόγος ότι ουδέποτε ζήτησε διερμηνέα.
Κατά την αντεξέταση, ο δικηγόρος υπεράσπισης ρώτησε σε ποιο σημείο της είπε τη φράση για το «grandmothers’ property» και απάντησε ότι όταν η συλληφθείσα τη ρώτησε για ποιο λόγο την είχαν στα γραφεία της αστυνομίας, «προσπάθησα με απλά αγγλικά να της δώσω να καταλάβει τη σοβαρότητα των αδικημάτων», την ώρα που γινόταν η σύλληψη από τον συνάδελφο της, ο οποίος εξηγούσε με νομικούς όρους τη σύλληψη, με τη χρήση διαδικτυακού λεξικού.
Ερωτηθείσα αν η αποσκευή καμπίνας στην οποία διενήργησε την έρευνα ήταν κλειδωμένη, απάντησε ότι δεν θυμάται και στην υπόδειξη του δικηγόρου ότι ήταν και η ίδια ζήτησε από την κατηγορούμενη να την ανοίξει είπε «δεν το αμφισβητώ. Ήταν άκρως συνεργάσιμη».
Επιπλέον, ο δικηγόρος υπέβαλε τη θέση ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης της και πριν να κατασχεθεί το κινητό της, η πελάτις του προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην παρουσία της μάρτυρα και αυτή της άρπαξε το τηλέφωνο και της έβαλε τις φωνές. Η μάρτυρας το αρνήθηκε, σημειώνοντας ότι στην παρουσία της δεν ζήτησε να τηλεφωνήσει, ούτε τηλεφώνησε και δεν ζήτησε να μιλήσει με δικηγόρο. «Αν ζητούσε, δεν υπήρχε λόγος να μην τηλεφωνήσει, είναι στα δικαιώματα της», είπε.
Ακόμα, ο δικηγόρος τη ρώτησε αφού η πελάτις του αντιλαμβανόταν τόσο άψογα την αγγλική γλώσσα γιατί τα δικαιώματα της της δόθηκαν γραπτώς στα γερμανικά, με τη μάρτυρα να απαντά ότι «στην αγγλική γλώσσα την πληροφορήσαμε σε ποια γλώσσα επιθυμεί να έχει γραπτώς τα δικαιώματα σύλληψης της και αφ’ ης στιγμής το πόρταλ της αστυνομίας μας έδινε τη δυνατότητα γερμανικής γλώσσας, της δώσαμε την επιλογή και μας απάντησε ότι τα προτιμά. Τα τυπώσαμε και τα δώσαμε».
Ο δικηγόρος, ωστόσο, εντόπισε ότι στην κατάθεσή της, η μάρτυρας ανέφερε ότι τα δικαιώματα δόθηκαν στα γερμανικά μετά από αίτημα της πελάτιδας του, με τη μάρτυρα να απαντά ότι «της δώσαμε την επιλογή και μας το ζήτησε. Ίσως ήταν λάθος η διατύπωση μου. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν τα δικαιώματα στα γερμανικά. Εμείς της δώσαμε την επιλογή».
Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, διευκρίνισε ότι όταν ήρθαν οι δύο βαλίτσες που είχε παραδώσει, η ίδια αποχώρησε για να επιστρέψει στα καθήκοντα της στον έλεγχο διαβατηρίων και επομένως δεν είναι σε γνώση της η επικοινωνία με τη διερμηνέα.
Με την ολοκλήρωση της εξέτασης και της τρίτης μάρτυρα, η διαδικασία ορίστηκε να συνεχιστεί στις 11 Απριλίου στις 9:30 και στις 16 Απριλίου, στις 10:30, με ακόμα τρεις ή τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας.
Στο ενδιάμεσο, μετά από αίτημα του δικηγόρου υπεράσπισης, το δικαστήριο έδωσε οδηγίες να εξεταστεί το έγγραφο συγκατάθεσης, για το οποίο η υπεράσπιση εξέφρασε θέση για πλαστογράφηση, από εμπειρογνώμονα γραφολόγο ενώπιον του Πρωτοκολλητή.
Διαβάστε επίσης: Εξέλιξη «ορόσημο» στις υποθέσεις σφετερισμών - Πρώτη παραδοχή κατηγοριών
Πηγή: ΚΥΠΕ