2000: Το σακάκι με τις 33 τσέπες που έκανε τη αεροπορική βαλίτσα… περιττή
newsare.net
Η ιδέα να κουβαλά ο άνθρωπος τα πράγματά του πάνω του αντί σε τσάντα δεν γεννήθηκε στα αεροδρόμια. Υπήρχε ήδη πριν από τρεις και πλέον αιώνες,2000: Το σακάκι με τις 33 τσέπες που έκανε τη αεροπορική βαλίτσα… περιττή
Η ιδέα να κουβαλά ο άνθρωπος τα πράγματά του πάνω του αντί σε τσάντα δεν γεννήθηκε στα αεροδρόμια. Υπήρχε ήδη πριν από τρεις και πλέον αιώνες, όταν οι γυναίκες έκρυβαν κάτω από τα φορέματά τους τεράστιες δετές τσέπες. Το 2010 όμως ένας Αμερικανός πήγε την ιδέα στα άκρα: έφτιαξε ένα παλτό με 33 τσέπες που μπορούσε ουσιαστικά να αντικαταστήσει τη χειραποσκευή. Εκεί πλέον αρχίζουν οι υποψίες ότι ο άνθρωπος πρέπει να είχε κάποιον Κύπριο πρόγονο που του ψιθύριζε: «Εγώ έξτρα βαλίτσα εν πληρώνω». Φαντάσου τη σκηνή. Φτάνεις στο αεροδρόμιο και μπροστά σου η γνωστή πινακίδα: χειραποσκευή τόσα κιλά, προσωπικό αντικείμενο συγκεκριμένων διαστάσεων, βαλίτσα επί πληρωμή και, αν ξεφύγεις λίγο στο βάρος, αρχίζεις να υπολογίζεις αν σε συμφέρει περισσότερο να αφήσεις πίσω τα παπούτσια ή να υποθηκεύσεις το αυτοκίνητο. Ο φυσιολογικός άνθρωπος πληρώνει. Ο Κύπριος ανοίγει τη βαλίτσα μπροστά στο check-in και αρχίζει: «Μα τούτο εν πολλά ελαφρύ». Βγάζει ένα πουκάμισο και το φοράει, βγάζει δεύτερο και το φοράει κι εκείνο, το φούτερ δένεται στη μέση, το μπουφάν φοριέται από πάνω, οι φορτιστές μπαίνουν στις τσέπες και ξαφνικά η βαλίτσα έχασε τέσσερα κιλά, ενώ ο επιβάτης μοιάζει έτοιμος να διασχίσει πεζός τη Σιβηρία. Μόνο που η βασική ιδέα είναι πολύ παλιότερη από τα αεροπλάνα, τα check-in και τις χρεώσεις αποσκευών. Εδώ και αιώνες ο άνθρωπος προσπαθούσε να λύσει ακριβώς το ίδιο πρόβλημα: πού στο καλό να βάλω όλα αυτά που θέλω να κουβαλώ μαζί μου; Όταν η τσέπη ήταν… ολόκληρη αποσκευή Ήδη από τον 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα οι γυναίκες στην Αγγλία και σε άλλα μέρη της Ευρώπης χρησιμοποιούσαν τα περίφημα tie-on pockets. Και εδώ η λέξη «τσέπη» μπορεί να μας ξεγελάσει. Δεν μιλάμε για εκείνη τη μικρή θήκη όπου σήμερα μετά βίας χωρά ένα κινητό, αλλά για μεγάλες υφασμάτινες κατασκευές που δένονταν με κορδέλες γύρω από τη μέση και φοριούνταν κάτω από τα ενδύματα. Το Victoria and Albert Museum του Λονδίνου διατηρεί εξαιρετικά δείγματα. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένα ζευγάρι καπιτονέ μεταξωτών τσεπών από την Αγγλία, χρονολογημένο στο 1740, καθώς και μία κεντημένη λινή τσέπη των ετών 1700–1725. Οι φωτογραφίες του μουσείου δείχνουν και τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες αυτές θήκες κρύβονταν κάτω από το φόρεμα και ήταν προσβάσιμες από ανοίγματα στο εξωτερικό ένδυμα. Και δεν ήταν κάποιο περιθωριακό αξεσουάρ. Σε εμπορική κάρτα Άγγλου ψιλικατζή – haberdasher – από τα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα, που επίσης διασώζεται στο Victoria and Albert Museum, οι pockets αναφέρονται κανονικά ανάμεσα στα προϊόντα προς πώληση μαζί με κλωστές, κορδέλες, κουμπιά και άλλα είδη ένδυσης. Οι γυναίκες μπορούσαν να βάζουν μέσα χρήματα, κλειδιά, γυαλιά, ραπτικά, προσωπικά αντικείμενα και διάφορα πράγματα της καθημερινότητάς τους. Ουσιαστικά λειτουργούσαν σαν πρόγονος της σύγχρονης γυναικείας τσάντας, με μία σημαντική διαφορά: αντί να την κρατάς, τη φορούσες. Με άλλα λόγια, η κυρία του 1740 μπορεί να μην είχε ακούσει ποτέ τις λέξεις cabin baggage, αλλά είχε ήδη καταλάβει το βασικό concept: Ό,τι δεν θέλεις να κρατάς στο χέρι, βάλ’ το πάνω σου. Κατά τον 19ο αιώνα οι τσέπες ενσωματώθηκαν όλο και περισσότερο στα ίδια τα ενδύματα, ενώ στα ανδρικά παλτά, στα στρατιωτικά και αργότερα στα κυνηγετικά ρούχα απέκτησαν καθαρά πρακτικό χαρακτήρα. Στον 20ό αιώνα τα safari και bush jackets, με τις χαρακτηριστικές μεγάλες εξωτερικές τους τσέπες, επέτρεπαν σε κυνηγούς, ταξιδιώτες και εξερευνητές να μεταφέρουν μικρό εξοπλισμό πάνω τους. Ο δρόμος, λοιπόν, είχε ανοίξει αιώνες πριν. Έμενε απλώς να εμφανιστεί κάποιος που θα κοιτούσε όλες αυτές τις τσέπες και θα έκανε την κρίσιμη ερώτηση: «Ωραία όλα αυτά. Παπούτσια χωρούν;» Ο άνθρωπος που αποφάσισε ότι χρειαζόμαστε ακόμη περισσότερες τσέπες Η σύγχρονη ιστορία αρχίζει το 2000 στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον Αμερικανό δικηγόρο Scott Jordan και τη σύζυγό του Laura. Ο Jordan κουβαλούσε συνεχώς μαζί του ηλεκτρονικές συσκευές και διάφορα προσωπικά αντικείμενα και, σύμφωνα με την ιστορία που καταγράφει η ίδια η εταιρεία του, είχε τη συνήθεια να ζητά από τη Laura να τα βάζει στην τσάντα της. Η Laura κάποια στιγμή προφανώς αποφάσισε ότι παντρεύτηκε άνθρωπο και όχι μεταφορική εταιρεία. Και γεννήθηκε η ιδέα. Τον Δεκέμβριο του 2000 δημιουργήθηκε η SCOTTeVEST και το 2001 εμφανίστηκε το πρώτο eVEST, ένα γιλέκο σχεδιασμένο με πολλές εσωτερικές τσέπες ώστε ο άνθρωπος να κουβαλά πάνω του ηλεκτρονικές συσκευές και προσωπικά αντικείμενα. Στην αρχή η λογική αφορούσε κυρίως gadgets: κινητό εδώ, πορτοφόλι εκεί, καλώδια παραδίπλα, φωτογραφική μηχανή, γυαλιά και έγγραφα. Μέχρι που η ιδέα εξελίχθηκε. Διότι, αν μπορείς να βάλεις μέσα κινητό, φωτογραφική μηχανή και καλώδια, γιατί να σταματήσεις εκεί; Βάλ’ του μέσα και τα σώβρακα. Και τότε η κατάσταση ξέφυγε. Το 2010 ήρθε το… τέρας των 33 τσεπών Τον Ιούλιο του 2010 παρουσιάστηκε το SCOTTeVEST Carry-On Coat. Όχι 10 τσέπες, ούτε 15. Τριάντα τρεις. Ένα trench coat σχεδιασμένο για να χωρά ρούχα, ηλεκτρονικά είδη, ταξιδιωτικά έγγραφα και ακόμη και παπούτσια. Η φιλοσοφία του ήταν απλή: πράγματα που διαφορετικά θα ταξίδευαν μέσα στη χειραποσκευή μπορούσαν πλέον να ταξιδεύουν πάνω στον ίδιο τον επιβάτη. Στις θήκες του μπορούσαν να τοποθετηθούν πουκάμισα, παντελόνια, κάλτσες, εσώρουχα και είδη προσωπικής περιποίησης, ενώ υπήρχαν ειδικοί χώροι για κινητά, φωτογραφικές μηχανές και ηλεκτρονικές συσκευές. Δηλαδή κάποια στιγμή παύουμε να μιλάμε για σακάκι. Μιλάμε για δυάρι διαμέρισμα με μανίκια. Το μόνο που του έλειπε ήταν αριθμός τεμαχίου, τίτλος ιδιοκτησίας και κοινόχρηστα. Και εδώ επιτρέψτε μου μία εντελώς ατεκμηρίωτη αλλά βαθύτατα κυπριακή ιστορική θεωρία: ο Scott Jordan πρέπει να είχε κάποιον Κύπριο μετανάστη στο γενεαλογικό του δέντρο. Δεν υπάρχει, φυσικά, απολύτως κανένα στοιχείο γι’ αυτό. Αλλά σκεφτείτε το. Ποιος άλλος θα αφιέρωνε τόση σκέψη, σχεδιασμό και τεχνολογία για να καταλήξει στο αθάνατο συμπέρασμα: «Εγώ πάντως έξτρα βαλίτσα εν πληρώνω». Η διαφήμιση που έκανε θόρυβο Το 2010 η SCOTTeVEST χρησιμοποίησε μια διαφήμισή της με τίτλο που δεν άφηνε και πολλά στη φαντασία: “The Most Stylish Way to Beat the System.” Σε ελεύθερη κυπριακή μετάφραση: «Ο πιο σικ τρόπος να τους την φέρεις». Η διαφήμιση εξηγούσε ότι οι ειδικές τσέπες των ρούχων βοηθούσαν τον ταξιδιώτη να παραμένει οργανωμένος και να αποφεύγει πρόσθετες χρεώσεις αποσκευών. Όταν επιχειρήθηκε να τοποθετηθεί σχετική καταχώριση στο περιοδικό Sky της Delta Air Lines, η αεροπορική την απέρριψε, θεωρώντας ότι το μήνυμα ενθάρρυνε τους επιβάτες να αποφεύγουν τις χρεώσεις αποσκευών. Που, μεταξύ μας, αυτό ακριβώς έλεγε. Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν κωμικό. Η απόρριψη της διαφήμισης μετατράπηκε σε είδηση και έδωσε στη SCOTTeVEST δημοσιότητα που πιθανότατα άξιζε πολύ περισσότερο από την ίδια τη διαφημιστική καταχώριση. Από το σακάκι… στη στολή ΟΥΚ Υπήρχε βέβαια ένα μικρό πρόβλημα που καμία διαφήμιση δεν μπορούσε να εξαφανίσει: το βάρος. Γιατί μπορείς να βάλεις μέσα κινητό, tablet, φορτιστές, πουκάμισα, παντελόνια, εσώρουχα, κάλτσες, παπούτσια και τη μισή οικοσκευή σου. Μετά όμως πρέπει και να τα κουβαλήσεις. Και κάπου εκεί το Carry-On Coat παύει να είναι ένδυμα και μετατρέπεται σε στολή εκπαίδευσης βατραχανθρώπου των ΟΥΚ. Μπαίνεις στο αεροδρόμιο 85 κιλά και, αφού γεμίσεις τις 33 τσέπες, αισθάνεσαι 100. Περπατάς προς τον έλεγχο ασφαλείας σαν να ολοκλήρωσες πορεία 30 χιλιομέτρων με πλήρη εξάρτυση, ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες τραβούν ανέμελοι τα trolley τους. Και φτάνεις τελικά στην αεροσυνοδό. «Sir, do you have any hand luggage?» Εσύ, με 33 τσέπες, τέσσερα πουκάμισα, δύο παντελόνια, iPad, φορτιστές, φωτογραφική μηχανή και δεύτερο ζευγάρι παπούτσια πάνω σου, απαντάς: «No». Και τεχνικά μπορεί να μην λες καν ψέματα. Δεν έχεις αποσκευή. Είσαι η αποσκευή. Από τις τσέπες του 1700 στο check-in του 2026 Τελικά ο Jordan δεν ανακάλυψε την ιδέα να κουβαλάς πράγματα πάνω στο σώμα σου. Οι γυναίκες του 18ου αιώνα το έκαναν ήδη με τις τεράστιες κρυφές θήκες τους, οι κυνηγοί και οι εξερευνητές αργότερα με τα ειδικά σακάκια τους και οι στρατιώτες με τις στολές και τον εξοπλισμό τους. Αυτό που έκανε ήταν να πάρει μια ιδέα τουλάχιστον τριών αιώνων και να την προσαρμόσει σε έναν εντελώς σύγχρονο αντίπαλο: τη χρέωση της αεροπορικής αποσκευής. Με άλλα λόγια, μέσα σε τρεις αιώνες περάσαμε από τις μεταξωτές κρυφές τσέπες της Αγγλίδας του 1740 στη στολή ΟΥΚ του επιβάτη του 2010. Για τον Κύπριο, βέβαια, η εξέλιξη αυτή μάλλον ήταν αναπόφευκτη. Ήταν απλώς η βιομηχανική εφαρμογή μιας παλιάς οικογενειακής ταξιδιωτικής τεχνικής: «Φόρα ακόμα ένα πάνω σου, μάνα μου, να μεν πληρώσουμε έξτρα βαλίτσα». Και αν κάποτε κατασκευαστεί η επίσημη κυπριακή έκδοση, οι 33 τσέπες δεν πρόκειται να μας φτάσουν. Θέλουμε τουλάχιστον 40: μία για το κινητό, μία για το power bank, μία για το χαλλούμι, μία για τις πρίζες, δύο για τα παπούτσια και μία μεγάλη, κατά προτίμηση αδιάβροχη, αποκλειστικά για το ταπεράκι της μάνας. Γιατί άλλο να νικήσεις τις χρεώσεις αποσκευών και άλλο να φτάσεις Λονδίνο και να ανακαλύψεις ότι άφησες τα κουπέπια σπίτι. Read more












